Ξύπνησα καθυστερημένα, όπως συνήθως άλλωστε, υπηρετώντας τις ατέλειες του εαυτού μου, και έτρεξα κέντρο για μία αγγαρεία. Τέτοιες μέρες με μισώ, με σιχαίνομαι, με απεχθάνομαι. Παρατηρούσα τον κόσμο να τρέχει. Θα ‘ναι δύσκολη μέρα σκέφτηκα, ψέλλισα δειλά τη χρεία καφείνης στο αίμα μου. Κάποιοι παππούδες ωρύονταν για τα λάθη του Ανδρέα, μία θεία πιο μακριά ιδρωμένη εξηγούσε με βογγητά στους περαστικούς τον σταυρό που κουβαλούσε, ενώ ένα συνοφρυωμένο ζευγαράκι εφήβων, χέρι-χέρι, λες και η πράξη αναπληρώνει την επιθυμία, με ξεπέρασαν στο αντίθετο ρεύμα… Δε βιαζόμουν, θα προλάβαινα το κλείσιμο και θα γυρνούσα σπίτι. Η ρουτίνα μου με αγαπά περισσότερο από ο, τι η Κούβα τα πούρα. Δεν αγχώνομαι γι αυτό.

Καθώς ξεμπέρδευα, ανέσυρα το κινητό, ήθελα να δω τι λέει ο κόσμος γι’ αυτή την τεταμένη ατμόσφαιρα, λαβών το κλίμα στο διαδίκτυο, μεταφράζων το χάος, καθιστάμενος ενήμερος, απαίτηση που παπαγαλίζαμε στο λύκειο, ως υποχρέωση του συνετού πολίτου. Κι έτσι έγινε, μα δεν πρόφτασα να δω πολλά, ένας φίλος, ο Κλεονίκης, έστελνε στο ινμποξ μύρια τρολοβίντεο με ένα κοινό γνώρισμα, την ασυνέπεια των πολιτικών ταγών. «Πάλι τα ίδια» σκέφτηκα, «δίκιο έχεις, αλλά τι να κάνουμε!», τον ξεπέταξα για να συνεχίσω. Ο Κλεονίκης συνέχισε να στέλνει.Ο εκνευριστικός ήχος του μηνύματος με κατέκλυζε. Αν μπορούσα και μόνο, σαν παιδάκι δημοτικού να τον έστηνα στον τοίχο και το ένα πόδι όρθιο, καίγοντας το μέσο επικοινωνίας του, με τα μάτια ορθάνοιχτα να μη μπορεί να κουνηθεί ενώ θα πετύχαινα buy in στο μοναδικό μετοχικό κεφάλαιο που ταίριαζε στη στιγμή.

Μία τζούρα καφέ. Ήμουν ανίκανος για μία πράξη φθηνή, ικανός για ζαλισμένα οράματα απελπισίας. Συνέχισα ράθυμα να του απαντώ, αποσκορακίζοντας κάθε ειλικρινή φιλική βούληση. Αν το ήξερε θα με μισούσε. Βλέπεις, ο Κλεονίκης, φίλος γαρ, είναι απλός άνθρωπος. Τη δουλειά του να κάνει, έπειτα κανά κρασί, τίποτα πολύ, ολίγο πάθος κι αυτό περιστασιακά. Είναι τωρα πνιγμένος μέχρι το λαιμό από τα νέα μέτρα. Straight, φτωχός, χριστιανός, με προκαταλήψεις και φοβερή έξη στο φουμάρισμα. Δεν ασχολείται κανείς με τα προβλήματα του. Πεταμένο τον έχουν, κι εκείνος παλεύει για να δει τον ήλιο, μετέρχεται τερπίπια κοπελίτσας που άργησε να «ενηλικιωθεί», ξεπληρώνοντας με τόκο την αβλεψία της νόθας ανωριμότητας του. Αυτοκοροιδεύεται. Ένα μόνο γνωρίζει. Ο,τι βλέπει, και ο,τι πιάνει. Αν δεν το δει, το απορρίπτει. Συζητά για γεγονότα και εκσπερματώνει στην Ηώ φευγαλέων οραμάτων του με τη φρίκη άκρατης λύσσας για ζωή. Ανήρ της πράξης. Μη του λες πολλά, θα χάσεις και εσύ ο ίδιος.

«Ρε μπρο μόλις ξύπνησα, πως και σε ‘πιασε αυτό όλο πρωινιάτικα;». Χαζοερώτηση ο τάλας. Ήξερα, αν έσκαβα, πως είχε ήδη πιάσει τον παλμό χωρίς καν να το ξέρει, και αναλογιζόταν ότι κανείς δεν θα ασχολείτο με έναν φτωχό, mainstream θεοφοβούμενο χριστιανό, που αρέσκεται σε εκρήξεις υπηρεφάνιας και «καλής ζωής» όποτε έχει την ευκαιρία. «Έχω τρελαθεί με τους μαλάκες, στο γουδί να τους στήσουμε!» / «Μη λες τέτοια θα μας πάνε μέσα…» / «Άσε μας ρε φίλε, ό ,τι γουστάρει κάνει ο καθένας…». Τον παράτησα.

Τι άλλο θέλει κανείς για να καταλάβει ότι δεν δουλεύει η κατάσταση; Ότι αυτός εδώ ο αδιάφορος για τον κοινό βίο, λάτρης της δουλειάς του, με υπόκωφο τον πατριωτισμό Κλεονίκης είχε καταλάβει από σειρά τρολοβίντεο με πολιτικούς που δεν τηρούσαν το λόγο τους μέσα σε μία ώρα αναζήτησης, το είχαν αντιληφθεί όλοι οι λοιποί Έλληνες… και μόνο ματαιόδοξα πρόβατα συνέχιζαν να παριστάνουν τους οιονεί φωστήρες μιας ικμάδας εξελίξιμης αλλαγής. Λάτρεψα τον Κλεονίκη… ξεφτίλα τους έκανε, κι ας μην το ξέρει.

www.huffingtonpost.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.