Το «κέντημα – ψηφιδωτό» της αρχαιοελληνικής πνευματικής συνέχειας στο Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας

Το «κέντημα – ψηφιδωτό» της αρχαιοελληνικής πνευματικής συνέχειας στο Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας

koboholisΤο ταξίδι για την Υψηλή Τέχνη είναι δύσκολο και χρονοβόρο, αλλά όπως κάθε ταξίδι τόσο απολαυστικό και σαγηνευτικό, με λαμπρούς σταθμούς και με πυξίδα το όραμα, δεικνύει πάντοτε  κόσμους ιδεατούς, αγγελικά πλασμένους που η πραγματικότητα καταβροχθίζει μανιωδώς, ζηλεύοντας τη φυγή προς το άγνωστο, μένοντας παράλληλα προσκολλημένη στη ρηχότητα της σκέψης, συντηρώντας συν τοις άλλοις μία παγιωμένη στρεβλή κατάσταση, που έχει απωλέσει την ονειροπόληση, φοβούμενη, μήπως το όνειρο βγει αληθινό και χαθούν τα συμφέροντα που εξυπηρετεί. Πώς να εξηγηθεί αλλιώς η αδιαφορία και η πολεμική για την Υψηλή Τέχνη των αρχαιοελληνικών και Βυζαντινών διδαγμάτων, τα οποία  αποτελούν κομμάτια της ελληνικής ιστορίας μας;

Το αν οι σημερινοί Έλληνες δικαιούνται να φέρουν επάξια τον βαρύ τίτλο των συνεχιστών των αρχαίων Ελλήνων είναι ένα θέμα προς συζήτηση, αν σκεφτούμε τη σημερινή βαλτωμένη διαμορφωμένη πραγματικότητα σε θέματα παιδείας, πολιτισμού, ήθους. Η Ελλάδα του τώρα δε θυμίζει σε τίποτα την άλλοτε ένδοξη αρχαιοελληνική ιστορία. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δε συνεπάγεται ασυνέχεια της ελληνικής ταυτότητας και συνείδησης στο διάβα των χρόνων.
Το κατά κάποιους αυτοχαρακτηριζόμενους σκαπανείς του πνεύματος δόγμα περί «φαντάσματος – ανυπαρξίας» της αρχαιοελληνικής πνευματικής και φυλετικής συνέχειας της ελληνικότητας στο Βυζάντιο μέχρι τις μέρες μας, όπως είναι οι θεωρίες των Fallmeyrayer, R. Jenkis, Mango, αποτελεί ένα οικοδόμημα χωρίς βάση, το οποίο αιωρείται. Τα έωλα  επιχειρήματά τους δε στηρίζονται στην επιστημονική δεοντολογία, αλλά σε κατευθύνσεις ξένων κέντρων αποφάσεων με σκοτεινά συμφέροντα, που αντιμάχονται την επιστημονική τεκμηριωμένη κρατούσα αντίληψη περί «συνέχειας του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και της ολόλαμπρης ελληνικής και Ορθοδόξου χριστιανικής συνειδήσεως των Ελλήνων του σήμερα».  Άλλωστε πολλοί επιστήμονες έχουν αντικρούσει ένα προς ένα τα επιχειρήματά τους, όπως είναι οι Αρνάκης, Βακαλόπουλος, D. Nicol, Βρυώνης, R. Browining. Ειδικά ο Βrowining (1966) απέδειξε με περίτρανο και πασιφανή τρόπο τη συνέχεια της φιλοσοφίας, της ιστορίας και του πολιτισμού της ελληνικής ταυτότητας στο Βυζάντιο. To νήμα έλαβε ο Vrionhs(1978) θέτοντας το ζήτημα στη βάση ότι οι Βυζαντινοί δεν ανακάλυψαν το αρχαιοελληνικό παρελθόν του 4ου και 5ου αιώνα των κλασικών χρόνων (πράγμα που αυτό θα συνηγορούσε σε μία ασυνέχεια της ελληνικότητας από την αρχαιότητα ως τη Βυζαντινή εποχή, όπως έγινε κατά την Αναγέννηση), αλλά παρέλαβαν τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδος σε μετεξελιγμένη παρουσία, δίνοντάς του στη συνέχεια μία νέα μορφή. Αυτό το γεγονός από μόνο του δύναται να καταδείξει με σαφήνεια και να συνηγορήσει υπέρ της συνέχειας του ελληνικού πνεύματος και πολιτισμού.
Πολλοί ερευνητές χαρακτηρίζουν τη Βυζαντινή περίοδο, ως μία εποχή σκοταδισμού και βαθιά παρακμιακή, παρερμηνεύοντας τα μέχρι τότε φιλοσοφικά κείμενα. Αυτό που συνέβη εκείνα τα χρόνια ήταν μία μεταπήδηση σε μία νέα πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα στο πλαίσιο μιας μεγάλης αυτοκρατορίας, μία μετάβαση σε μία νέα τάξη πραγμάτων, όπως θα λέγαμε στη σύγχρονη κοινωνία μας. Τα ενδιαφέροντα των στοχαστών ξεκίνησαν να διαφοροποιούνται πιο νωρίς κατά την ελληνιστική περίοδο με την κυριαρχία των Σοφιστών και της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Η εξέλιξη αποτελεί ένα γεγονός ανεμπόδιστο, καθώς το νέο γίνεται παλιό και αποζητά τη μετεξέλιξή του σε μία νέα μορφή ζωογόνα, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα ψάξει για μία νέα επίγεια ζώσα ύπαρξη, με άλλα λόγια αυτό που λέει ο λαός μας, η ζωή συνεχίζεται. Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής και αυτή η ζείδωρη ελληνική φιλοσοφία ταξίδεψε μετεξελιγμένη, αλλάζοντας ενδύματα στο διάβα των χρόνων. Έτσι έχουμε την μεταστροφή του ενδιαφέροντος των βυζαντινών στοχαστών προς θέματα, τα οποία δεν απασχολούσαν στο παρελθόν. Σύμφωνα με τον Νιάρχο (1996) οι Βυζαντινοί αντιλαμβανόμενοι τη βαρύτητα της αρχαιοελληνικής σοφίας, που τους έπεσε ως κλήρος, κατόρθωσαν να την εκμεταλλευτούν οικοδομώντας λαμπρό λόγο και συνθέτοντας παράλληλα τα επιτεύγματα της αρχαιοελληνικής σοφίας με τα μηνύματα της χριστιανικής πίστης. Ως απότοκο αυτού του συνδυασμού προήλθε ο βυζαντινός ανθρωπισμός, ο οποίος αποτέλεσε το υπόβαθρο για τη φυγή προς τα εμπρός και τη μετέπειτα εξέλιξη του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού (Νιάρχος, 1996).
Συμπερασματικά διαφαίνεται ότι οι Βυζαντινοί διατήρησαν ακεραία την αρχαιοελληνική οπτική του κόσμου, η οποία στρέφει το ενδιαφέρον της στον άνθρωπο στο πλαίσιο ενός οικουμενικού όντος, επηρεαζόμενη κατά πολύ από τον πλατωνισμό και κυρίως από τον νεοπλατωνισμό. Σε εποχές βαθιάς κοινωνικής κρίσης και ηθικοπνευματικής αποτελμάτωσης, όπως είναι αυτές που διανύουμε, η στροφή στο απάνεμο λιμάνι των ριζών και των παραδόσεών μας, αποτελεί το μόνο ασφαλές καταφύγιο για να εξοπλιστούμε και εν συνεχεία να ταξιδέψουμε προς τα εμπρός, γνωρίζοντας από που κρατάμε, για να φτάσουμε ακόμη μακρύτερα την ιστορική κληρονομιά μας, εμπλουτισμένη με σύγχρονα επιτεύγματα.
Βιβλιογραφία:
Browning, R.(1966), Greece: Ancient and Medieval, Inaugural Lecture at Birbeck College, London: passim
Sp. Vryonis,(1978)«Recent Scholarship on continuity and discontinuity of culture: classical Greeks, Byzantines, Modern Greeks»εντουαυτού the «Past» in Medieval and Modern Greek Culture, Malibu,
Κωνστντίνος Γ. Νιάρχος (1996)Η ελληνική φιλοσοφία κατά την Βυζαντινή της περίοδονΑθηνα: Πανεπιστήμιο Αθηνών
Δημήτριος Κομποχόλης
Ο Δημήτριος Κομποχόλης κατάγεται από την Πάτρα, είναι φιλόλογος, απόφοιτος του τμήματος Πανεπιστημίου Φιλολογίας Πατρών (ειδίκευση Νεοελληνικές και Βυζαντινές σπουδές), μεταπτυχιακός φοιτητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας στις Επιστήμες Αγωγής με θέμα τη «Διδακτική Γλώσσας και Λογοτεχνίας». Κατέχει πιστοποιητικό επιμόρφωσης στην «Επιμέλεια και Διόρθωση κειμένων» και έχει εργαστεί ως Επιμελητής – Διορθωτής στην εφημερίδα «Πελοπόννησος» στο πλαίσιο της πρακτικής του άσκησης. Έχει συνεργαστεί με εφημερίδες της Αχαΐας «Εκκλησιολόγος», «Πελοπόννησος», «Πρόταση των Νέων», όπου και δημοσιεύονταν κείμενά του. Το τρέχον διάστημα συνεργάζεται με την εφημερίδα «Η Γνώμη». Βραβεύτηκε για το σύνολο των κείμενων του από τον Μητροπολίτη Πατρών κ.κ. Χρυσόστομο.

Ο Δημήτριος Κομποχόλης κατάγεται από την Πάτρα, είναι φιλόλογος, απόφοιτος του τμήματος Πανεπιστημίου Φιλολογίας Πατρών (ειδίκευση Νεοελληνικές και Βυζαντινές σπουδές), μεταπτυχιακός φοιτητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας στις Επιστήμες Αγωγής με θέμα τη «Διδακτική Γλώσσας και Λογοτεχνίας». Κατέχει πιστοποιητικό επιμόρφωσης στην «Επιμέλεια και Διόρθωση κειμένων» και έχει εργαστεί ως Επιμελητής – Διορθωτής στην εφημερίδα «Πελοπόννησος» στο πλαίσιο της πρακτικής του άσκησης. Έχει συνεργαστεί με εφημερίδες της Αχαΐας «Εκκλησιολόγος», «Πελοπόννησος», «Πρόταση των Νέων», όπου και δημοσιεύονταν κείμενά του. Το τρέχον διάστημα συνεργάζεται με την εφημερίδα «Η Γνώμη». Βραβεύτηκε για το σύνολο των κείμενων του από τον Μητροπολίτη Πατρών κ.κ. Χρυσόστομο.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.