Γλωσσικά υποθέματα: Μαγαρίζω

Γλωσσικά υποθέματα: Μαγαρίζω

Μαγαρίζω: Μολύνω, μιαίνω, λερώνω, ρυπαίνω, βεβηλώνω.

< αρχ. μεγαρίζω = θυσιάζω/τελώ λατρεία σε μέγαρα (ειδικά σπήλαια προς τιμήν της Δήμητρας), με αφομοιωτική τροπή τού -ε- σε -α.
Αναφερόταν σε λατρευτικές εκδηλώσεις προς τιμήν τής θεάς Δήμητρας. Αργότερα πήρε από τους χριστιανούς μειωτική-υβριστική σημασία, ως ειδωλολατρική εκδήλωση.

Στη γιορτή των Θεσμοφορίων έριχναν ζωντανά χοιρίδια μέσα σε χάσματα, τα μέγαρα ή μάγαρα. Όταν τα ζώα πέθαιναν, οι γυναίκες ανακάτωναν το κρέας τους με σπόρους, για να ευδοκιμήσουν.
Όσους έπαιρναν μέρος στις τελετές αυτές (μεγαρίζοντες ή μαγαρίζοντες) οι Χριστιανοί τούς θεωρούσαν μιαρούς.

Μαγάρας: μεταφ., άνθρωπος κουτοπόνηρος – απατεώνας.


 

 

Κράτα τοΚράτα το

Ελένη Μουτάφη
Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.