Advertisement

Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985): (α) “Στου Κεμάλ το σπίτι”

[ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο που ακολουθεί είναι το πρώτο από τα τέσσερα του "Κύκλου της Θεσσαλονίκης". Δείτε τα υπόλοιπα εδώ, εδώ και εδώ]. Με τον Γιώργο Ιωάννου (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σορολόπη, 1927-1985), με συνδέει προσωπικά η Θεσσαλονίκη και ειδικότερα η Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., στην οποία ο Ιωάννου σπούδασε και στην οποία υπηρέτησε ως Βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας. Η σκιά του περιφέρεται ακόμη αισθητή στους διαδρόμους και τα σπουδαστήρια της Φιλοσοφικής. Ο Ιωάννου ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιάλογοτεχνών και μοιράζεται με τους συγχρόνους του πεζογράφους και ποιητές αρκετά κοινά χαρακτηριστικά: Τη νεωτερική τεχνοτροπία: οι πεζογράφοι αυτοί εγκαταλείπουν τις τεχνικές της παραδοσιακής αφήγησης (πλοκή, δομή, λογική αλληλουχία κ.λ.π.) για χάρη ενός τρόπου που υιοθετεί τεχνικές που μέχρι πρότινος τελούσαν υπό την αποκλειστική κυριότητα της ποίησης: μεταφορά, αλληγορία, συμβολισμός, συνειρμική γραφή (δείτε περισσότερα στο μεστό ιστολόγιο των ΕΑΠιλέκτων).

Σύντομο υπόμνημα στο ποίημα “Καραντί” του Νίκου Καββαδία

Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Μαραμπού» 1933 και αφιερώνεται «Στο κορίτσι από το Βόλο». Το “Καραντί” παρά ταύτα δεν έχει προφανή ερωτικό χρωματισμό μέχρι τους τελευταίους έξι στίχους, στους οποίους αναδύεται και πάλι το γνωστό, αινιγματικό Εσύ του Καββαδία, το οποίο — και εδώ — αποτυγχάνει, αστοχεί και απομακρύνεται τόσο αιφνιδιαστικά όσο εισάγεται. Και στο ποίημα αυτό εναλλάσσονται, ως συνήθως, εικόνες κίνησης και ακινησίας· εικόνες μιας αέναης πορείας που όμως ισοδυναμεί με φθαρτική, αρρωστημένη στασιμότητα· και όλα αυτά περιβεβλημένα με μια διάχυτη αίσθηση του παραλόγου και της ματαιότητας. «Καραντί» είναι η φουσκοθαλασσιά, κλυδωνισμός του οποίου η αιτία είναι κρυφή, βαθιά και μακρινή, εν τέλει ακατανόητη στο συνειδητό.

Σύντομο υπόμνημα στο ποίημα “Kuro Siwo” του Νίκου Καββαδία

Ένα ακόμη ποίημα στο γνωστό αφαιρετικό αφηγηματικό σχήμα που χαρακτηρίζει τη συλλογή “Πούσι” (1947). Αυτή η τάση προς τον συμβολισμό και την αφαίρεση είναι σαφώς επαυξημένη στο “Πούσι” συγκριτικά με το “Μαραμπού”, όπου ο ποιητικός λόγος ήταν πολύ λιγότερο υπαινικτικός και πλάγιος. Η νεωτερική αφαιρετικότητα θα κορυφωθεί στο “Τραβέρσο” (1975″). Στο ποίημα “Kuro Siwo”, η αφηγηματική φωνή περιγράφει άλλο ένα τυπικό, δηλαδή παλίνδρομο και τελικά ατέρμονο και αδιέξοδο, καββαδιακό ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο: μπροστά, στον Νότο και την ομίχλη· πίσω, στην ανάμνηση και τον εφιάλτη· και εν τέλει στο πουθενά, σε μια τυφλή πορεία στο θαλάσσιο άπειρο.

Σύντομο υπόμνημα στο ποίημα “Μαρέα” του Νίκου Καββαδία

[Ακούστε το ποίημα εδώ σε μελοποίηση Θάνου Μικρούτσικου και εκτέλεση Γιάννη Κούτρα και Χρίστου Θηβαίου. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε το ανάλογο υπόμνημά μας στο ποίημα "Καφάρ" και εδώ στο "Καραντί"] “Είναι αξιοπερίεργο”, γράφει χαριτωμένα συνάδελφος blogger, “πως ενώ δεν καταλαβαίνεις σχεδόν ούτε μια λέξη, δεν βγάζεις ένα νόημα, [το ποίημα "Μαρέα"] σε πιάνει…”. Πρόκειται πράγματι για ένα από τα συμβολικότερα, κρυπτικότερα ποιήματα του Καββαδία, ένα bricolage ναυτικών όρων, αστρονομικών (και αστρολογικών) υπαινιγμών, ανθρωπωνυμίων, τοπωνυμίων, εικόνων και πυρηνικών περιγραφών της ζωής σ’ ένα καράβι που φαίνεται να ταξιδεύει διηνεκώς·

Σύντομο υπόμνημα στο ποίημα “Σταυρός του Νότου” του Νίκου Καββαδία

Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στο “Πούσι” (1947) και αφιερώνεται στον Γιώργο Θεοτοκά, ο οποίος, όπως μας πληροφορεί ο Φίλιππος Φιλίππου, τρία χρόνια πριν τη δημοσίευση αυτής της συλλογής, σε άρθρο του στο περιοδικό “Ορίζοντες” (τεύχος 9-10, 1944) είχε εκφραστεί θετικά για το νεανικό “Μαραμπού” (1933) θεωρώντας ότι η συλλογή αυτή εκπροσωπούσε την ελπίδα να ανθήσει κάποτε μια ελληνική ναυτική ποίηση. Η σχέση του Καββαδία πάντως με τη γενιά του 1930 ήταν προβληματική, αφού, παρά τον ενθουσιασμό που προκάλεσε το “Μαραμπού”, ο Καββαδίας θεωρούσε πως οι εκπρόσωποι της ποιητικής αυτής γενιάς δεν του απέδωσαν την αναγνώριση που του άρμοζε. Φέρεται μάλιστα να είχε ιδιαίτερο παράπονο από τον Σεφέρη (δείτε περισσότερα σε αυτό το βίντεο). Το ποίημα είναι αφηγηματικό και εφάπτεται σε πολλά σημεία με τα ποιήματα “William George Allum” και “Ένα Μαχαίρι” από το “Μαραμπού”.

Σύντομο υπόμνημα στο ποίημα “Στεριανή Ζάλη” του Νίκου Καββαδία

ΕΙΣΑΓΩΓΗ Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή “Πούσι” (1947) και αφιερώνεται στον ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Νίκο Τουτουντζάκη. Η έννοια της “στεριανής ζάλης” περιγράφει το αίσθημα που βαραίνει τον ναυτικό, όταν βρίσκεται στη στεριά. Πρόκειται για μια αίσθηση αστάθειας, ιλίγγου και αποπροσανατολισμού ανάλογη με τη ναυτία που προκαλεί στους στεριανούς η θάλασσα και που οφείλεται στο γεγονός ότι ο στεριανός νιώθει πως η στεριά είναι χώρος στον οποίο δεν ανήκει. Για τη “στεριανή ζάλη” βλ. περισσότερα στη σχετική μας σημείωση στο ποίημα “Μαρέα”, όπου παρατίθεται και ενδεικτικό απόσπασμα από τη “Βάρδια”.