Γλωσσικά υποθέματα: Κιτς

Γλωσσικά υποθέματα: Κιτς

Γλωσσικά υποθέματα: Κιτς

Ταυτόσημο του κακού γούστου. Υποτιμητικό για έργα τέχνης ή αντικείμενα επιτηδευμένης ή ευτελούς αισθητικής, φανταχτερά και κραυγαλέα.
Αρχικά για έργα ζωγραφικής κι αργότερα επεκτάθηκε σε άλλες μορφές τέχνης.

< αγγλ. kitsch < γερμ. kitschen = κατασκευάζω πρόχειρα
< διαλεκτ. γερμ. kitschen = μαζεύω λάσπη…, ίσως για να περιγράψει την συλλεκτική μανία των τουριστών που περιόδευαν κατά εκατοντάδες τότε στην Ευρώπη αγοράζοντας αδιακρίτως έργα τέχνης.

Ο όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά το 1870 στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Μονάχου και στη Γαλλία τη δεκαετία του 60.


Άλλη εκδοχή:
< αγγλ. sketch = σκίτσo, τον οποίο χρησιμοποιούσαν Αγγλόφωνοι επισκέπτες ζητώντας από ντόπιους καλλιτέχνες σχέδια τοπίων ή άλλων θεμάτων.

Ελένη Μουτάφη
Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.