Η γονική εμπλοκή στην περίπτωση των μεταναστών, την πρόθεσή τους για αυτή και τι την εμποδίζει

Η γονική εμπλοκή στην περίπτωση των μεταναστών, την πρόθεσή τους για αυτή και τι την εμποδίζει

Η γονική εμπλοκή στην περίπτωση των μεταναστών, την πρόθεσή τους για αυτή και τι την εμποδίζει

 

Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας έχουμε ολοένα και μεγαλύτερη εισροή μεταναστών στη χώρα μας κι αυτό επισύρει κάποιες αλλαγές, τροποποιήσεις και ανακατατάξεις στα  σχολεία εφόσον οι πρόσφυγες έρχονται με τα παιδιά τους και τις οικογένειές τους. Οι αλλαγές αυτές δεν είναι κάτι που επιθυμούν όλοι, αλλά εκφράζονται αντιρρήσεις και αντιδράσεις κυρίως από τους Έλληνες γονείς καθώς θεωρούν ότι τα μικτά σχολεία θα δημιουργήσουν πρόβλημα στη μαθησιακή πορεία και πρόοδο των παιδιών τους (Desimone, 1999).  Στο έρεβος των κοινωνικών διακρίσεων στο οποίο έχει βυθιστεί η ελληνική κοινωνία αλλά και το ελληνικό σχολείο, υποβόσκει η αδήριτη ανάγκη να κάνουμε εμφανή τη διαφοροποίησή μας από το «άλλο», το «ξένο», το «αλλότριο». 

Σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, όπου τα τελευταία χρόνια οι μεταναστευτικές ροές έχουν αυξηθεί με ταχύ ρυθμό, είναι εύλογο να υπάρχουν ανησυχίες και σε ένα μεταβαλλόμενο κοινωνικό γίγνεσθαι που διαρκώς εξελίσσεται, να υπάρχει μια σύγχυση και μια αναστάτωση.Στην παρούσα μελέτη γίνεται λόγος για την εμπλοκή των γονέων στην περίπτωση των μεταναστών για την ένταξή τους στα σχολικό αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Το ζητούμενο όμως παρά τις αντιρρήσεις των γονέων, είναι η αποδοχή και η κοινωνική αναγνώριση των μεταναστών (Grolnick&Slowiackzek, 1994).

 Κάποιες ανησυχίες δικαιολογούνται και εγείρονται προβληματισμοί οι οποίοι δεν είναι παντελώς αβάσιμοι διότι υπάρχει το ενδεχόμενο να καθυστερούν οι νέες παραδόσεις στα ελληνόπουλα για τον λόγο ότι θα δίδεται το ανάλογο ενδιαφέρον στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα παιδιά των προσφύγων. Ο εκπαιδευτικός αντιλαμβάνεται ότι δε μπορεί η παρέμβασή του να έχει θετική απήχηση στην περίπλοκη παιδαγωγική συνθήκη που αντιμετωπίζει και ότι ενδέχεται, χωρίς φυσικά να το επιθυμεί, να οδηγήσει στη σχολική επιτυχία των μαθητών του, παρά το γεγονός ότι οι πρακτικές του δεν είναι η γενεσιουργός αιτία της σχολικής αποτυχίας και για αυτό ο εκπαιδευτικός δε θα πρέπει σε καμία περίπτωση να νιώθει ματαιωμένος (Ανδρούσου- Ασκούνη,2007). Παίζουν ρόλο φυσικά και οι αντιλήψεις του εκπαιδευτικού για τις μικτές τάξεις. Το ιδεολογικό και παιδαγωγικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρα ο εκπαιδευτικός ναρκοθετεί την αποδοτικότητα μέσα στις καθημερινές δυσμενείς συνθήκες των ετερογενών σχολικών τάξεων (Ανδρούσου- Ασκούνη,2007).

 Παραπάνω αναφέρθηκε η αποδοχή. Τα παιδιά πρέπει να αποδέχονται τους συμμαθητές τους και να μοιράζονται δραστηριότητες μαζί τους. Αυτό θα συμβάλλει στην καλλιέργεια των κοινωνικών δεξιοτήτων και τα παιδιά μεταναστών θα μάθουν πιο εύκολα την ελληνική γλώσσα. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η ένταξη των παιδιών στα ελληνικά σχολεία μπορεί να γίνει απρόσκοπτα αφού πρώτα τα παιδιά των προσφύγων κάνουν παραπάνω ώρες για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας από εθελοντές εκπαιδευτικούς είτε μέσα στο σχολείο ή στο χώρο διαμονής τους. Επίσης, οι έλληνες μαθητές να ενημερωθούν για την αποδοχή και την αναγνώριση των προσφυγόπουλων και πόσο σημαντικό είναι το δικαίωμα στη μάθηση από τους εκπαιδευτικούς και τον σχολικό διευθυντή (Desimone, 1999).  Πέρα από αυτά, καλό είναι να εφαρμοστούν αναλυτικά προγράμματα που θα καλύπτουν τις ανάγκες όλων των μαθητών προς αναπλήρωση των μαθησιακών κενών, ελλείψεων  και αδυναμιών τους. Επιπρόσθετα, η δημιουργία εκ μέρους του εκπαιδευτικού ομάδων εργασίας όλων των παιδιών ώστε να προάγεται η συνεργασία και να καλλιεργούνται οι κοινωνικές δεξιότητες (Grolnick&Slowiackzek, 1994).

Μια καλή ιδέα θα ήταν να πραγματοποιούνται συχνές συναντήσεις όλων των γονέων, παιδιών και εκπαιδευτικών ώστε να λύνονται προβληματισμοί και ανησυχίες. Εξάλλου, στο κοινωνικό φροντιστήριο υπάρχουν εθελοντές εκπαιδευτικοί που μπορούν να βοηθήσουν σε όλα τα μαθήματα και σε όλες τις τάξεις τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει ένας μαθητής. Να υπάρχουν κανόνες μέσα στην τάξη ώστε το μάθημα να διεξάγεται ομαλά. Όταν ένα προσφυγόπουλο έχει απορίες, θα πρέπει να δίνεται ο λόγος στον έλληνα μαθητή. Η αίσθηση ότι βοηθάει, θα διευκολύνει την αποδοχή (Desimone, 1999).

  Οι ομάδες εργασίας δε χρειάζεται να είναι πάντα για τη γνώση του μαθησιακού αντικειμένου. Μπορεί να συνδυάζεται με παιχνίδι ώστε να δημιουργούνται κίνητρα μάθησης. Η διδακτική αξιοποίηση του χρόνου και ίσος καταμερισμός των εργασιών και ασκήσεων είναι εύχρηστη και όχι μόνο ωφέλιμη αλλά και απαραίτητη. Επιπρόσθετα, τα μεθοδολογικά εργαλεία και παιδαγωγικές πρακτικές στο εκπαιδευτικό και κοινωνικό πλαίσιο ώστε να δίνεται εύκολα το προβάδισμα σε ριζικές αλλαγές για πιο ευνοϊκές συνθήκες είναι επίσης μια ιδέα εποικοδομητική (Ανδρούσου- Ασκούνη, 2007).

Όσον αφορά τον ρόλο των γονέων και την εμπλοκή τους, εξετάζεται στην παρούσα μελέτη η στάση των γονέων αλλοδαπών παιδιών με βάση το προσωπικό τους βίωμα από τον εργασιακό τους χώρο και τον κοινωνικό περίγυρο. Συνήθως λόγω των ρατσιστικών τάσεων και διαθέσεων με τις οποίες έχουν έρθει αντιμέτωποι, είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί με τους γονείς και τους δασκάλους των παιδιών τους χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δε καλλιεργούν πρόσφορο έδαφος για τη σύναψη υγιών διαπροσωπικών σχέσεων. Η διαμόρφωση ταυτότητας των αλλοδαπών παιδιών είναι άρρηκτα συνυφασμένη με ατ προσωπικά βιώματα των γονέων εφόσον είθισται να τα μυούν στον δικό τους τρόπο σκέψης και στη νοοτροπία τους πολλές φορές βάσει των προσωπικών τους εμπειριών και βιωμάτων. Πολλοί γονείς μεταναστών παιδιών μετονομάζονται οι ίδιοι προκειμένου να ενταχθούν τόσο αυτοί όσο και τα απιδιά τους σε αρμονικά στο κοινωνικό σύνολο μέσα στο οποίο ζουν και εξελίσσονται. (Desimone, 1999).

 Οι γονείς των αλλοδαπών παιδιών δεν είναι ιδιαίτερα ανοιχτοί και δε συνηθίζουν να μοιράζονται τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες τους ώστε να μη προκαλέσουν σύγχυση και αναστάτωση. Χαίρονται ιδιαίτερα όταν βλέπουν τα απιδιά τους να συναναστρέφονται με παιδιά διαφορετικής πολιτισμικής προέλευσης. Η αίσθηση ότι τα παιδιά τους διαφέρουν, σε τους είναι ιδιαίτερα αρεστή. Ειδικά οι Αλβανίδες μητέρες είναι πιο συγκρατημένες στην επαφή τους με το σχολείο από ό,τι οι Ελληνίδες μητέρες και αξιοσημείωτο είναι ότι στο χώρο του σχολείου τα απιδιά τους δε μιλούν τη μητρική τους γλώσσα, αλλά μιλούν ελληνικά στην προσπάθειά τους να ενσωματωθούν σε ένα ενιαίο εκπαιδευτικό και κοινωνικό πλαίσιο αλληλεπιδρώντας με τα υπόλοιπα παιδιά.

  Το πώς θα αντιμετωπιστεί το ζήτημα της ανομοιογένειας στη σχολική τάξη είναι μείζονος σημασίας γιατί θα πρέπει να γίνει το βήμα από τη διαπίστωση των ατομικών διαφορών στη διαφοροποιημένη παιδαγωγική η οποία επικεντρώνεται στις διαδικασίες μάθησης δηλαδή εστιάζει στους τρόπους και όχι στα αποτελέσματα της μάθησης (Σφυρόερα,2004). Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα ευέλικτο πλαίσιο εξατομικευμένης διδασκαλίας που εξυπηρετεί τους σκοπούς της ισότητας των ευκαιριών η οποία διασφαλίζεται μόνο μέσα στο σχολείο. Όλοι οι μαθητές έχουν ικανότητες, όλοι οι μαθητές έχουν δικαίωμα στη γνώση και στη μάθηση και μόνο όταν παρέχονται ίσες ευκαιρίες μπορούμε να μιλάμε για ένα δημοκρατικό σχολείο και μια ισότιμη κοινωνία μέσα στην οποία υιοθετούνται αξίες, στάσεις και διαθέσεις που προάγουν το κύρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και συμβάλλουν στην πρόοδο του ανθρώπου μέσα σε ένα αδιαλείπτως εξελισσόμενο κοινωνικό γίγνεσθαι (Σφυρόερα,2004).

Όλα τα παιδιά ανεξαρτήτως εθνικότητας, χρώματος, θρησκείας και οτιδήποτε άλλο τα «διαχωρίζει» από τα υπόλοιπα παιδιά, έχουν δικαίωμα στη μάθηση. Ζούμε σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία και για αυτό τον λόγο είναι απαραίτητη η διαπολιτισμική αγωγή και εκπαίδευση. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει τα αναλυτικά προγράμματα θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να προσαρμόζονται στις ανάγκες όλων των παιδιών καλύπτοντας τα κενά και τις αδυναμίες τους. Σίγουρα υπάρχουν πολλά εμπόδια και κατά καιρούς θα ανακύπτουν νέα προβλήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι άλυτα ή ότι θα επιδεινώσουν την ήδη διαμορφωθείσα κατάσταση. Το πιο βασικό είναι το εκπαιδευτικό έργο. Η συνειδητή εκ μέρους των εκπαιδευτικών προσπάθεια να δουν τη λειτουργία των στερεοτύπων και να επιχειρήσουν να τα αποδομήσουν, ενδέχεται να ανοίξει νέους δρόμους στην ισότιμη πρόσβαση όλων των μαθητών και μαθητριών στην πρόοδο και την θετική μαθησιακή τους πορεία και εξέλιξη (Desimone, 1999).

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ελληνική:

 

  • Ανδρούσου Α& Ασκούνη, Ν. (2007). Ταυτότητες και ετερότητες. Αθήνα : ΥΠΕΠΘ, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
  • Δραγώνα, Θ. (2007). Στερεότυπα και προκαταλήψεις, Αθήνα : ΥΠΕΠΘ, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
  • Σφυρόερα, Μ. (2004). Διαφοροποιημένη παιδαγωγική. Αθήνα : ΥΠΕΠΘ, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ξένη:

  • Desimone, L. (1999). Linking parent involvement with student achievement. D race and income matter? The journal of educational research, v.93, pp 11-30
  • Grolnick, W. & Slowiackzek, M. (1994). Parent’s involvement in children’s schooling. A multidimensional concertualization and motivational model. Child development, v. 65, pp 237- 254

 

 

 

https://www.facebook.com/manolis.manos.311/
Σουζάνα Καρακώστα
Η Σωτηρία Καρακώστα είναι πτυχιούχος της Θεολογικής σχολής (τμήμα Θεολογίας) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2009 εισήχθη στη Φιλοσοφική σχολή της Αθήνας όπου τελείωσε με άριστα το μεταπτυχιακό της με ειδίκευση στην «Ιστορία της Φιλοσοφίας» του τμήματος Φ.Π.Ψ ( Φιλοσοφίας , Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας ), κάτι που της έδωσε το προβάδισμα να υποβάλλει το υπόμνημά της για τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο « Ανθρώπινα δικαιώματα : ιδεολόγημα της Δύσης ή Οικουμενική προοπτική;» . Από το 2006 αναλαμβάνει ιδιαίτερα φιλολογικά μαθήματα σε μαθητές γυμνασίου όπως επίσης Έκφραση – έκθεση και Φιλοσοφία θεωρητικής κατεύθυνσης στο Λύκειο. Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης σε συγγραφή μελετών και στατιστικών ερευνών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών ( ΑΣΟΕΕ ) και είναι ιδιοκτήτρια της σελίδας « τα διδακτικά μας άρθρα» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επίσης βοηθάει τους φοιτητές στη συγγραφή των εργασιών τους οι οποίες άπτονται ιστορικού, κοινωνικού , φιλοσοφικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα.

Η Σωτηρία Καρακώστα είναι πτυχιούχος της Θεολογικής σχολής (τμήμα Θεολογίας) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2009 εισήχθη στη Φιλοσοφική σχολή της Αθήνας όπου τελείωσε με άριστα το μεταπτυχιακό της με ειδίκευση στην «Ιστορία της Φιλοσοφίας» του τμήματος Φ.Π.Ψ ( Φιλοσοφίας , Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας ), κάτι που της έδωσε το προβάδισμα να υποβάλλει το υπόμνημά της για τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο « Ανθρώπινα δικαιώματα : ιδεολόγημα της Δύσης ή Οικουμενική προοπτική;» . Από το 2006 αναλαμβάνει ιδιαίτερα φιλολογικά μαθήματα σε μαθητές γυμνασίου όπως επίσης Έκφραση – έκθεση και Φιλοσοφία θεωρητικής κατεύθυνσης στο Λύκειο. Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης σε συγγραφή μελετών και στατιστικών ερευνών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών ( ΑΣΟΕΕ ) και είναι ιδιοκτήτρια της σελίδας « τα διδακτικά μας άρθρα» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επίσης βοηθάει τους φοιτητές στη συγγραφή των εργασιών τους οι οποίες άπτονται ιστορικού, κοινωνικού , φιλοσοφικού και παιδαγωγικού χαρακτήρα.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.