Γλωσσικά υποθέματα: Προλετάριος

Γλωσσικά υποθέματα: Προλετάριος

Γλωσσικά υποθέματα: Προλετάριος

Πολιτικο-κοινωνικός όρος που προσδιορίζει την εργατική τάξη, η οποία αποτελείται από μισθωτούς εργάτες, το εισόδημα των οποίων προέρχεται αποκλειστικά από την πώληση της εργατικής τους δύναμης.

<λατιν. proletarius < proles= γόνος, τέκνο, απόγονος.
Στην αρχαία Ρώμη, οι άποροι πολίτες που δεν είχαν τίποτε άλλο να προσφέρουν στη πολιτεία, παρά μόνο τα αρσενικά παιδιά τους, για να υπηρετήσουν ως στρατιώτες.

Κατά τον Μαρξ, ο μισθωτός εργάτης που δεν ελέγχει ή δεν κατέχει τα μέσα παραγωγής, σε αντιδιαστολή με τους όρους capitaliste (κεφαλαιοκράτης) & bourgeois (αστός), που από το 1848 και εντεύθεν βρίσκουμε στα έργα των θεωρητικών του σοσιαλισμού.

Το «προλεταριάτο», η κοινωνική τάξη των εργατών, προκύπτει από το γαλλικό όρο «proletariat», του 1832.


Αρθρογραφία:Γλωσσικά υποθέματα

Ελένη Μουτάφη
Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.