Γλωσσικά υποθέματα: Φυλάω τσίλιες

Γλωσσικά υποθέματα: Φυλάω τσίλιες

Γλωσσικά υποθέματα: Φυλάω τσίλιες

Παραφυλάω, εποπτεύω, προσέχω & παρατηρώ, ώστε να μην γίνουμε αντιληπτοί, τη στιγμή που ο συνεργός μου κάνει κάτι παράνομο ή απαγορευμένο.
Αυτός που παραφυλάει (ο τσιλιαδόρος) πρέπει να έχει ανοιχτά βλέφαρα, ώστε να μην του ξεφύγει κάτι που μπορεί να χαλάσει την παράνομη δουλειά.

< ιταλική ciglia πληθ. του ciglio = βλεφαρίδα, βλέφαρο< λατιν. cilium

Υπάρχει επίσης η έκφραση “Είμαι στην τσίλια” δηλαδή σε επιφυλακή, σε ετοιμότητα.


Αρθρογραφία:Γλωσσικά υποθέματα

Ελένη Μουτάφη
Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.