Γλωσσικά υποθέματα: Μούντζα

Γλωσσικά υποθέματα: Μούντζα

Γλωσσικά υποθέματα: Μούντζα

Περιφρονητική ή προσβλητική χειρονομία που συνίσταται στο άνοιγμα της παλάμης και των δακτύλων του χεριού προς την κατεύθυνση αυτού προς τον οποίο στρέφεται η προσβολή.

< μεσαιων. μούτζα < μούζα =μαυρίλα, ίσως από το μούντα < μουντη < μεσαιων. μουντός … ( και μουντζούρα )
Στο Βυζάντιο συνήθιζαν να αλείφουν με ανοιχτή παλάμη γεμάτη καπνιά τα πρόσωπα ανθρώπων που διαπομπεύονταν.

Κατά τον Φ. Κουκουλέ, “Βυζαντινών Βίος και Πολιτεία”, ο δικαστής έβαζε το χέρι του στη στάχτη και “μουντζούρωνε” το πρόσωπο του καταδικασμένου. στιγματίζοντας τον μ’ αυτόν τον τρόπο.

Επί Τουρκοκρατίας συνήθιζαν να αφήνουν αποτυπώματα παλάμης με πίσσα στους τοίχους των οίκων ανοχής.


 

Ελένη Μουτάφη
Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.