Γλωσσικά υποθέματα: Απίκο

Γλωσσικά υποθέματα: Απίκο

Γλωσσικά υποθέματα: Απίκο

Σε αναμονή, ετοιμότητα, επιφυλακή, πρόχειρο, εύκαιρο.

Ετυμολογία

< ιταλικό a picco= κάθετα, κατακόρυφα.
Κατάσταση της άγκυρας που φέρεται έξω από τη θέση της, κρεμασμένη κάθετα, έτοιμη για ανάσυρση.

Ψάρεμα με καλάμι «απίκο»: από τι παλαιότερες /κλασσικές τεχνικές ψαρέματος.

Και μια άλλη άποψη:
Επιρρηματικός τύπος εκ του απίκω (από + ίκω) = καταφθάνω αμέσως πίσω. «Άπ-ιξις ιων. αντί άφιξις». (Λεξ. Αρχ. Ελλην. Ιων. Σταματάκου). Εκ του ίκω και το ικνέομαι, δωρ. είκω = έρχομαι εις, φθάνω εις…
Γλωσσάριο Ιωάννας. Κόκλα


 

https://www.facebook.com/manolis.manos.311/
Ελένη Μουτάφη
Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.