Γλωσσικά υποθέματα: Λεονταρισμοί

Γλωσσικά υποθέματα: Λεονταρισμοί

Υπερβολική επίδειξη θάρρους & τόλμης εκ του ασφαλούς, όταν κάποιος δειλός θέλει να εκφοβίσει ή να εντυπωσιάσει τον αντίπαλο. Ψευτοπαλικαριά, όχι πραγματική γενναιότητα.
Σύμφωνα με τον Ν. Σαραντάκο, η λέξη πρωτοεμφανίζεται σε κείμενο του 1914 και είναι σχεδόν βέβαιο ότι γεννήθηκε από τον Λεονταρή, τον ψευτοπαλικαρά ήρωα του θρυλικού κωμειδυλλίου “Τζιώτικο ραβαΐσι” του 1911.

Η λέξη “λεονταρής” με τη σημασία ψευτοπαλικαράς, καυχησιάρης πέρασε στο θεατρικό λεξιλόγιο, αφού τη βρίσκουμε σε θεατρική κριτική του 1928 για άλλο έργο (όχι το Ραβαΐσι).

Στα αγγλικά bravado, ενώ το lionize σημαίνει ηρωοποιώ.


Ελένη Μουτάφη
Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Η Ελένη Μουτάφη είναι φιλόλογος στο 2ο Γυμνάσιο Λαγκαδά

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.