Του Νίκου Τσούλια

Διδάσκεις βιολογία και χημεία με τον πιο συγκροτημένο τρόπο που εσύ θεωρείς και νομίζεις ότι ξέρεις πολύ καλά «που κινούνται» οι μαθητές / μαθήτριες, επεκτείνεις λίγο – πολύ αυτή την εκτίμηση και στα άλλα μαθήματα και (στη συνέχεια της σκέψης σου) και στο «Όλον» – στην προσωπικότητα του μαθητή / της μαθήτριας και συμπεραίνεις ότι έχεις αρτιώσει την παιδαγωγική σου εικόνα για τη λειτουργία της σχολικής αίθουσας. Αλλά…

Αλλά έρχεται κάποια στιγμή που σου σπάζει το κέλυφος της βεβαιότητας, που σου ανατρέπει άρδην μια θεώρηση με την οποία διαμόρφωνες τους κόσμους σου στην καθημερινή εκπαιδευτική άσκηση. Και αναρωτιέσαι. Πού έκανα λάθος; Αλλάζοντας την άποψή μου γι’ αυτόν τον μαθητή / αυτή την μαθήτρια θα διορθώσω τα πράγματα; Όχι. Γιατί το λάθος γεννιέται από το συνολικό τρόπο της παιδαγωγικής σου λειτουργίας. Το λάθος είναι δομικό, είναι ενδογενές και μόνιμο.

Διδάσκεις ένα μονόωρο ή δίωρο μάθημα, λειτουργείς τέσσερις φορές το μήνα σε μια αίθουσα – και αν χάσεις και καμιά ώρα, χάνεις πολλά στο ρυθμό σου – που δεν σου επιτρέπουν να αναλύεις ουσιαστικά τις πολλαπλές όψεις της αίθουσας και πολύ περισσότερο δε σου επιτρέπουν να έχεις μια στοιχειώδη επάρκεια γνώσης των μαθητών / μαθητριών σου. Και αυτή η ανεπάρκεια σού καθηλώνει το όλο εκπαιδευτικό έργο, έστω κι αν καμώνεσαι ότι κάνεις καλά τη δουλειά σου.

Διαβάζεις το διήγημα της Μαρίας, διήγημα για τον παππού της και κοιτάζεις έκπληκτος για τη Μαρία: είναι αυτή που ξέρω εγώ στο μάθημά μου; Μια φοβερή δημιουργικότητα γραφής, ένας απίστευτος κόσμος ευαισθησιών, μια εκπληκτική διεισδυτικότητα ανάλυσης προσώπων και καταστάσεων πλημμυρίζουν από όλα τα σημεία το πορτρέτο που επινοεί η Μαρία. Διαβάζεις τα ποιήματα της Ράνιας, νιώθεις μια φλόγα νεανικού αυθορμητισμού να ψηλαφίζει με μια πρωτόγνωρη ματιά την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, καμαρώνεις που την έχεις μαθήτρια και θεωρείς ότι ίσως κάπου έχεις και εσύ συμβάλλει σ’ αυτό το έργο, αλλά δεν κατανοείς την ύπαρξη του μονοπατιού προς αυτή την κατεύθυνση. Ακούς τις μελωδίες του Περικλή με τη φοβερή δεξιοτεχνία του στην ηλεκτρική κιθάρα που σε εισάγει στον απέραντο κόσμο της μουσικής και αναρωτιέσαι για τη μονομέρεια της εκπαίδευσης αλλά και για τη δικό σου αξιολογικό εκπαιδευτικό έλλειμμα.

Βλέπεις τις ζωγραφιές του Σοκόλ, της Γκρέις και της Ευτυχίας μένεις έκθαμβος και αναρωτιέσαι για το πού βρίσκουν της πηγές της τέχνης αλλά και για τη δική σου ελλειπτική παρέμβαση. Πηγαίνεις στο γήπεδο και αντιλαμβάνεσαι τον Ένσι, τον Ντόναλντ, τον Αλέξανδρο… να γίνονται πρωταγωνιστές σε θαυμαστές σωματικές δεξιότητες και σε όμορφες πνευματικές επινοήσεις που δεν έχουν τελειωμό. Τα παραδείγματα είναι πολλά και ίσως να αφορούν τελικά όλους τους μαθητές / τις μαθήτριες. Και οι απορίες και οι αναστοχασμοί πάνε και έρχονται ορμητικά. Τι ακριβώς διαπιστώνω με το μάθημά μου; Πώς η δική μου επιμέρους προσέγγιση μπορεί να με οδηγήσει στο «όλον» του μαθητή / της μαθήτριας; Μήπως αυτό είναι αδύνατον; Και αν δεν γνωρίζεις το εύρος της σκέψης του μαθητή / της μαθήτριας, πώς μπορείς να μάθεις το πώς το παιδί μαθαίνει και επομένως πώς μπορείς να είσαι δημιουργικός;

Όχι δεν εννοώ ότι πρέπει κάθε εκπαιδευτικός να αντιλαμβάνεται όλα τα επιμέρους σημεία του εκπαιδευτικού γίγνεσθαι. Εννοώ ότι, αν δεν γνωρίζεις το βασικό πυρήνα της προσωπικότητας του κάθε μαθητή / μαθήτριας, αν δεν γνωρίζεις τους ιδιαίτερους θησαυρούς που έχει κρυμμένους μέσα του / της και αν δεν γνωρίζεις το αξιολογικό του / της φορτίο και το συγκεκριμένο τρόπο μάθησή του / της, πώς μπορείς να διδάξεις τα δικά σου γνωστικά αντικείμενα; με ποιες αξιολογήσεις, με ποιες μεθόδους και με ποιους προσανατολισμούς; Και ακόμα πώς μπορείς να ανιχνεύσεις τις πολύπλοκες όψεις της δημιουργικότητάς του / της, όταν δεν «πηγαίνεις» το όλο σχήμα της μάθησης προς το παιδί, αλλά καλείς όλα τα παιδιά να έλθουν προς εσένα με τον ίδιο απόλυτα παραδοσιακό και εν πολλοίς παρωχημένο τρόπο;

Φορτώσαμε το σχολείο με γνώσεις (και εν πολλοίς πληροφορίες), για να ξεμπερδεύουμε με τα μεγάλα ζητήματα της αγωγής και της διαπαιδαγώγησης. Φτιάξαμε ένα έντονα γνωσιακό – πληροφοριακό περιβάλλον ατέλειωτων εξειδικεύσεων και σ’ αυτό προσθέτουμε ως περιφερειακά ζητήματα εκείνα της τέχνης, του πολιτισμού και του αθλητισμού που έπρεπε να είναι η καρδιά του σχολείου. Ο έντονος επαγγελματικός καταμερισμός διείσδυσε στο σχολικό πρόγραμμα με άπειρες ειδικότητες εκπαιδευτικών υπηρετώντας όχι τις ανάγκες της μάθησης και του σχολείου αλλά της απασχόλησης των κάθε λογής ειδικοτήτων που είναι πτυχιούχοι του πανεπιστημίου και όχι μόνο!

Θρυμματίσαμε την ουσία και την έννοια της μόρφωσης, της παιδείας και της αγωγής σε λειτουργικότητες πληροφόρησης αγκιστρωμένοι με τον πιο αταβιστικό τρόπο στο σύνδρομο της εγκυκλοπαίδειας. Η σημερινή κρίση της χώρας είναι πολύπλευρη. Δεν είναι μόνο οικονομική. Και δε θα λυθεί συζητώντας μόνο το οικονομικό πρόβλημα. Αντίθετα, η κρίση μάς «οδηγεί» σε γενικότερη συζήτηση για τα μεγάλα ζητήματα της κοινωνίας και του σχολείου. Και οι συλλογικές μας εκφράσεις (των εκπαιδευτικών) οφείλουν να ανοίξουν με πάθος και δημιουργικότητα αυτή τη συζήτηση: τι σχολείο ονειρευόμαστε, τι πολίτη και άνθρωπο θέλουμε, τι κοινωνία επιδιώκουμε. Αυτή είναι η ιστορική μας ευθύνη. Τα άλλα όλα και επιμέρους ζητήματα (εργασιακά, επαγγελματικά) εντάσσονται σε αυτή τη μεγάλη αναζήτηση.

anthologio.wordpress.com

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.