Περὶ τοῦ δασυνομένου ῥ

Περὶ τοῦ δασυνομένου ῥ

§10. ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΑΣΥΝΟΜΕΝΟΥ Ρ.
Οἱ παλαιοὶ Γραμματικοὶ κατατάσσουν τὸ Ρ μεταξὺ τῶν ἀμεταβόλων ὑγρῶν συμφώνων. Ἡ ἀκριβὴς προφορὰ τοῦ γράμματος αὐτοῦ δὲν εἶναι σαφής, ἀλλὰ μᾶλλον εὑρίσκεται πλησίον τῆς σημερινῆς, μὲ τὸ ἄκρον τῆς γλώσσης ὑψωμένον πρὸς τὰ φατνία ἢ τὸν οὐρανίσκον, ἡ ὁποία (γλῶσσα) ψαύει αὐτὸν καὶ παράγει τρομώδη κίνησιν. Ὁ Πλάτων (Κρατύλος, 426c-d) γράφει περὶ τῆς προφορᾶς ὅτι ἡ γλῶσσα ἐλάχιστα μένει σταθερὰ καὶ πρὸ πάντων σείεται, καὶ θεωρεῖ τὸ Ρ γράμμα τῆς κινήσεως «πρῶτον μὲν τοίνυν τὸ ῥῶ ἔμοιγε φαίνεται ὥσπερ ὄργανον εἶναι πάσης τῆς κινήσεως», ὅπως ἐμφαίνεται εἰς λέξεις ἀρχομένας ἀπὸ Ρ ἢ περιεχούσας τοῦτο (ῥέω τραχὺς κερματίζω, ἐρείκειν). Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ προφορὰ τοῦ Ρ εἶχε, (καὶ εἰσέτι ἔχει), κινητικὴν διάρκειαν.
Μετὰ τὸν Πλάτωνα ὁ Διονύσιος Ἁλικαρνασεύς (περὶ συνθέσεως ὀνομάτων, 14) προχωρεῖ ἔτι περαιτέρω ἐξηγῶν καὶ τὸν τρόπον προφορᾶς «τὸ δὲ ρ τῆς γλώττης ἄκρας ἀπορραπιζούσης τὸ πνεῦμα καὶ πρὸς τὸν οὐρανὸν ἐγγὺς τῶν ὀδόντων ἀνισταμένης». Ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ παλμικὴ κίνησις τῆς γλώσσης πλησίον τοῦ οὐρανίσκου παράγει ἦχον. Τὸν αὐτὸν τρομώδη ἦχον εἶχε καὶ ἐν τῇ Λατινικῇ, διὸ καὶ ὠνομάσθη ὑπὸ τῶν Γραμματικῶν γράμμα κυνικόν (littera canica), διότι ἠχεῖ ὡς γρυσμὸς ὠργισμένου σκύλου.
Φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ δασεῖα προφορὰ τοῦ Ρ ἐν ἀρχῇ λέξεως ἦτο κατά τι δυσκολωτέρα ἢ ἐντὸς ἢ ἐν τέλει λέξεως. Δυσκολωτέρα εἰσέτι καθίστατο, ἐφόσον πρὸ τοῦ Ρ ὑπῆρχε δίγαμμα ἢ σίγμα, τὰ ὁποῖα τελικῶς ἐσιγήθησαν καὶ ἀντικατεστάθησαν ὑπὸ τῆς δασείας, ἡ ὁποία παρεστάθη διὰ συμβόλου ἐν τῇ γραφῇ. Οὕτω πᾶσα λέξις ἀρχομένη ἀπὸ Ρ ὡς δεύτερον συνθετικὸν διπλασιάζει τὸ Ρ, ἐφόσον ἡ προηγουμένη λέξις λήγει εἰς βραχὺ φωνῆεν. Διὰ τοῦτο ἡ δάσυνσις ἢ ἡ ψίλωσις ἑνὸς ἢ δύο Ρ περιεχομένων ἐν λέξει εἶναι περιττή.
Ἐν τούτοις ἡ λέξις ᾽Ρᾶρος ἢ ᾽Ράρος καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς παράγωγα ψιλοῦνται (ῤαρία ῤαριάς, ῤάριον). Ἡ διαφορὰ δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ἑξῆς: ἴσως ἡ λέξις εἶναι ἀρχαιοτάτη, διὸ καὶ ἐξέλιπεν ἐνωρὶς ἡ δασύτης τῆς προφορᾶς. Μόνη ὅμως αὐτὴ εἶναι ἀρχαιοτάτη καὶ εἰς αὐτὴν μόνην ἐξέλιπεν ἡ δασύτης; Μᾶλλον ἡ λέξις ᾽Ρᾶρος προῆλθεν ἐξ ἄλλης ἐχούσης φωνῆεν πρὸ τοῦ Ρ, τὸ ὁποῖον ἐσιγήθη. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, φαίνεται ὅτι ἐτυμολογικῶς πλησιάζει τὴν ῥίζαν ἀρ, ἐξοῦ ἀραρίσκω (=προσαρμόζω, συναρμόζω), τοῦ ὁποίου ὁ ποιητικὸς παρακείμενος σχηματίζεται εἰς ἄρηρα, ἐξοῦ αἱ μετοχαὶ ἀρηρὼς καὶ ἀρᾱρός (παράβαλε τὸ ἄροτρον καὶ τὸ λατινικὸν aratrum). Ἐκ τοῦ τελευταίου τύπου προῆλθε κατόπιν σηγήσεως τοῦ ἀρχικοῦ α τὸ ῤάρ> ῤᾶρος ὡς κυριώνυμον, διότι πρῶτος ὁ ’Ρὰρ ἐχρησιμοποίησε τὸ ἄροτρον.

Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆς

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.