Τονισμός και κλίση ορισμένων συνθέτων

Τονισμός και κλίση ορισμένων συνθέτων

Α). Ἀπὸ τὰ σύνθετα μὲ δεύτερο συνθετικὸ σὲ ΠΕΤΗΣ κλίνονται:
1). κατὰ τὴν πρώτη κλίση μὲ τόνο στὴν παραλήγουσα, ἐφόσον τὸ ΠΕΤΗΣ εἶναι παράγωγο τοῦ πέτομαι: ὑψιπέτης> ὑψιπέτου= αὐτὸς ποὺ πετᾶ ψηλά.
2). κατὰ τὴν τρίτη κλίση μὲ τόνο στὴ λήγουσα, ἐφόσον τὸ ΠΕΤΗΣ εἶναι παράγωγο τοῦ πίπτω: ὑψιπετής> ὑψιπετοῦς= αὐτὸς ποὺ πέφτει ἀπὸ ψηλά.
Β). Ἀπὸ τὰ σύνθετα μὲ δεύτερο συνθετικὸ τὸ ἔτος (ὅλα εἶναι τριτόκλιτα):
1). εἶναι ὀξύτονα μόνο τὰ ἑξῆς δύο: πολυετής, μυριετής.
2). εἶναι παροξύτονα τὰ ἑξῆς τέσσερα: πεντέτης, ἑξέτης, ἑπτέτης, δεκέτης.
3). διφοροῦνται πάντα τὰ λοιπά (καὶ ὀξύτονα καὶ παροξύτονα), π.χ., δεκαετὴς καὶ δεκαέτης.
ΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΚΟΥ ΦΩΝΗΕΝΤΟΣ ΣΥΝΘΕΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
1). Οἱ λέξεις ὀβολός, ὄζω, ὁμαλός, ὄνυμα, ὄνυξ, ὄφελος ὡς δεύτερα συνθετικὰ ἐκτείνουν τὸ ἀρχικὸ ο σὲ ω: ὀβολός> τριώβολον, ὄζω> εὐώδης/δυσώδης, ὁμαλός> ἀνώμαλος, ὄνυμα> ἀνώνυμος, ὄφελος> ἀνωφελής, ὄνυξ> γαμψῶνυξ.
Ἐξαιροῦνται ὁ σαρδόνυξ (= πολύτιμος λίθος) καὶ ὁ συλόνυξ (= αὐτὸς ποὺ περικόπτει τὰ νύχια του).
2). Τὰ ὀνόματα ὀδύνη, ὄλεθρος, ὄροφος ὡς δεύτερα συνθετικὰ ἐκτείνουν τὸ ἀρχικὸ ο σὲ ω, ἐφόσον ἡ πρὸ τοῦ ο συλλαβὴ εἶναι βραχεῖα (ὄχι φύσει ἢ θέσει μακρά): ὀδύνη> ἐπώδυνος (ἀλλὰ παυσόδυνος), ὄλεθρος> πανώλεθρος (ἀλλὰ ψῡχόλεθρος), ὄροφος> τριώροφος (ἀλλὰ χρῡσόροφος). Τὸ ἴδιο φαινόμενο παρατηρεῖται στὶς λέξεις ἄνεμος καὶ ἐρέτης: ὑπήνεμος, ἀλλὰ παυσάνεμος, ὑπηρέτης, ἀλλὰ αὐτερέτης.
3). Τὰ σύνθετα καὶ παρασύνθετα μὲ δεύτερο συνθετικὸ τὸ θέμα ομ ( τοῦ ὄμνυμι) ἐκτείνουν τὸ ἀρχικὸ ο σὲ ω: ἀνώμοτος, ἀπώμοτος, συνωμότης, ὁρκωμοτῶ.
4). Τὰ σύνθετα καὶ τὰ παρασύνθετα μὲ δεύτερο συνθετικὸ τὸ θέμα ορυχ (τοῦ ὀρύσσω) ἐκτείνουν τὸ ἀρχικὸ ο σὲ ω, ἐφόσον λήγουν σέ –ύχος ἢ σέ –υξ: τοιχωρύχος (ἀλλὰ τοιχορύκτης), τυμβωρύχος (ἀλλὰ τυμβορύκτης), διῶρυξ (ἀλλὰ διόρυγμα), κατῶρυξ (ἀλλὰ κατόρυξις).
5). Τὰ σύνθετα μὲ δεύτερο συνθετικὸ τὸ θέμα ἀκο (ἀκούω) τρέπουν τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν τοῦ θέματος σὲ η: ἀνήκοος, ἐπήκοος, εὐήκοος, ὑπήκοος, ἀνήκουστος, ἀνηκοῶ.
6). Σύνθετα μὲ δεύτερο συνθετικὸ τὸ θέμα αγ τρέπουν τὸ ἀρχικὸ α σὲ η: στρατηγός, ἡμιονηγός, κυνηγός, ἀλλὰ λοχαγὸς ξεναγὸς, οὐραγός, διότι ἔχουν ληφθῆ ἀπὸ τὴν Δωρική, στὴν ὁποία τὸ μακρὸν α ἀντιπτοσωπεύει τὸ η.
*τὸ δεύτερο συνθετικὸ τῆς λέξης ναυαγὸς εἶναι ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ἄγνυμι (= θραύω)> ἔ-ᾱ-γα.
7). Τὰ σύνθετα τῶν λέξεων ἐλαύνω καὶ ἔλεος κυμαίνονται: εὐήλατος/σφυρήλατος σφυρηλατῶ, κωπηλάτης κωπηλατῶ, ἀλλὰ ἐπέλασις παρέλασις προέλασις. ἀνηλεὴς ἀλλὰ ἀνελεήμων.

Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆς

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.