Σπάνιαι λέξεις:ἄσχυ, ῥαδινάκη, βουστροφηδόν

Σπάνιαι λέξεις:ἄσχυ, ῥαδινάκη, βουστροφηδόν

ΣΠΑΝΙΑΙ ΛΕΞΕΙΣ: ἄσχυ

Ὁ Ἡρόδοτος περιηγηθεὶς καὶ τὴν Σκυθίαν περιγράφει τὸ φῦλον τῶν Ἀργιππαίων {Δ, 23}, τὸ ὁποῖον διαβιοῖ εἰς τὰς ὑπωρείας τῶν ὀρέων, καὶ παρατηρεῖ ὅτι οἱ Ἀργιππαῖοι ἐκ γενετῆς, ἄρρενες καὶ θήλεις, εἶναι φαλακροὶ μὲ σιμὴν ῥῖνα καὶ μεγάλoυ μήκους γένεια, ὁμιλοῦν ἰδιαιτέραν γλῶσσαν καὶ ἐνδύονται μὲ σκυθικὴν ἐσθῆτα. Ἕκαστος αὐτῶν κατοικεῖ κάτωθεν δένδρου, τὸ ὁποῖον τὸν χειμῶνα ἐπικαλύπτει διὰ λευκοῦ ἀδιαβρόχου ὑφάσματος. Λόγῳ τῆς τραχύτητος τοῦ ἐδάφους δὲν φύεται ἀρκετὴ νομευτικὴ τροφή, διὸ καὶ ἡ ἐκτροφὴ προβάτων εἶναι λίαν περιωρισμένη. Τροφὴν πορίζονται ἐκ τῶν δένδρων. Ἓν δένδρον ὀνομάζεται Ποντικόν (προφανῶς τὸ ὄνομα ἐδόθη ὑπὸ τοῦ ἱστορικοῦ), τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ μέγεθος εἶναι περίπου, ὅπως ἡ συκῆ, καὶ φέρει πυρηνώδη καρπὸν εἰς μέγεθος κυάμου. Μόλις ὡριμάςῃ, κόπτουν καὶ διηθίζουν τοῦτον καὶ ἐξ αὐτοῦ ῥέει οὐσία παχεῖα καὶ μέλαινα μὲ τὸ ὄνομα ἄσχυ. Γλείφουν αὐτὴν τὴν παχύρρευστον μᾶζαν ἢ πίνουν κεκραμένην μετὰ γάλακτος. Χρησιμοποιοῦν ὅμως καὶ τὸν ἀδιήθιτον παχὺν χυμὸν πλάθοντες αὐτὸν μὲ ὁρμαθοὺς σύκων καὶ τρώγοντες ὡς σῖτον ὑπὸ τὴν μορφὴν πλακοῦντος.
Ἡ λέξις ἄσχυ εἶναι μοναδικὴ εἰς τὴν ἀρχαίαν ἑλληνικὴν Γραμματείαν καὶ μετὰ βεβαιότητος μετηνέχθη ὑπὸ τοῦ Ἡροδότου ἐκ τῆς σκυθικῆς. Τὸ ἐπιστημονικὸν ὄνομα τοῦ δένδρου εἶναι prunus padus (= προύμνη ἡ πάδος, πιθανῶς ἡ μικρόκαρπος κερασέα).

ΣΠΑΝΙΑΙ ΛΕΞΕΙΣ: ῥαδινάκη
Ὁ Ἡρόδοτος {Στ-119} ἱστορεῖ τὴν τύχην τῶν αἰχμαλώτων Ἐρετριέων, ὅταν ὁ Δᾶτις καὶ ὁ Ἀρταφέρνης ὡδήγησαν αὐτοὺς δεμένους εἰς τὰ Σοῦσα ἐνώπιον τοῦ Δαρείου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐτιμώρησε τοὺς ἠνδραποδισμένους, ἀλλ’ ὥρισεν ὡς κατοικίαν των ἓν βασιλικὸν κτῆμα, «σταθμόν», μὲ τὸ ὄνομα Ἀρδέρικκα ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῆς Κισσίας. Ὁ ἱστορικὸς ἐπεσκέφθη τὴν περιοχήν, ὅπου ἔζων οἱ Ἐρετριεῖς μέχρι τῶν ἡμερῶν του, καὶ παραδίδει ὅτι ἐφύλασσον «τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν», ἤγουν τὴν μητρικὴν ἐρετρικήν. Τὸ κτῆμα ἀπέχει ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν 210 σταθμούς, ἤτοι 31500 σταδίους ἢ 5.823.405 μέτρα, καὶ ἀπὸ τὸ φρέαρ 40 σταθμούς, ἤτοι 6000 σταδίους ἢ 1.109.220 μέτρα. Ὁ Ἡρόδοτος θεωρεῖ τὸ φρέαρ ἀξιομνημόνευτον, διότι ἐξ αὐτοῦ ἠντλοῦντο τρία πολύτιμα ὑλικά, ἡ ἄσφαλτος (= πίσσα), ὁ ἅλς (= χονδρὸν ἅλας) καὶ τὸ ἔλαιον. Τὸ τελευταῖον καλεῖται ὑπὸ τῶν Περςῶν ῥαδινάκη καὶ περιγράφεται ὡς μέλαν καὶ ἀναδίδον βαρεῖαν ὀσμήν. Προφανῶς πρόκειται περὶ τοῦ πετρελαίου.

ΣΠΑΝΙΑΙ ΛΕΞΕΙΣ: Βουστροφηδόν
Ὁ Παυσανίας ὁ περιηγητὴς ἐπισκεφθεὶς τὴν Ὀλυμπίαν περιγράφει (Ε, 17, 5-6) τὴν ἐκ κέδρου λάρνακα, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔθεσεν ἡ μητέρα τὸν Κύψελον, μόλις εἶχε γεννηθῆ. Μεταξὺ ἄλλων μνημονεύει παραστάσεις ἐπὶ τῆς λάρνακος μὲ ἐπιγραφὰς γραμμένας μὲ ἀρχαῖα γράμματα. Ὁ τρόπος γραφῆς δὲν εἶναι ὁμοιόμορφος, ἀλλ’ ἄλλων ἐπιγραφῶν εἶναι κατ’ εὐθεῖαν γραμμὴν καὶ ἄλλων κατὰ τὰ σχήματα τῶν γραμμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ Ἕλληνες ὀνομάζουν βουστροφηδόν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ τέλους τῆς μιᾶς σειρᾶς ἄρχεται ἡ ἄλλη πρὸς τὴν ἀντίθετον φορὰν καὶ οὕτω καθεξῆς, ὅπως γίνεται εἰς τὸν δρόμον τοῦ διαύλου: ὁ δρομεὺς ἔφθανε εἰς τὸ τέλος τῆς διαδρομῆς, παρέκαμπτε τὴν νύσσαν καὶ ἐξακολουθῶν τὸν δρόμον ἐπέστρεφε εἰς τὴν ἀφετηρίαν.
Σαφεστέραν εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ τρόπου γραφῆς παρέχει ὁ Ἡσύχιος ὁ Ἀλεξανδρεύς, ὑπὸ τοῦ ὁποίου καὶ αἰτιολογεῖται ἀπολύτως ἡ γένεσις τοῦ ἐπιρρήματος «βουστροφηδόν: οὕτως ἔλεγον, ἐπὰν ὁμοίως ἀροτριῶσι βουςὶ τὰς ἀντιστροφὰς ποιῇ τις, ἔλεγον δ’ ἐπὶ τοῦ γράφειν τρόπῳ τοιούτῳ». Πράγματι, ὁ γεωργὸς εἰς τὸ τέλος ἑκάστης διανοιχθείσης αὔλακος διὰ τοῦ ἀρότρου ἑλκομένου ὑπὸ ζεύγους βοῶν στρέφει τούτους (τοὺς βοῦς) κατ’ ἀντίθετον φορὰν πράττων τὸ αὐτὸ μέχρι πέρατος τῆς ἀρόσεως. Ὁ βουστροφηδὸν τρόπος γραφῆς ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω καὶ ἐκ δεξιῶν πρὸς τὰ ἀριστερὰ ἀπαντᾶ εἰς γραπτὰ μνημεῖα (κυρίως εἰς ἐπιγραφὰς καὶ νομίσματα) ἀπὸ τοῦ 800 μέχρι περὶπου τοῦ 500 π.Χ. Ἡ ἐκ δεξιῶν ἀρχομένη πρώτη σειρὰ ἔχει τὴν ἐξήγησίν της: ὁ γραφεὺς ἀκολουθεῖ τὴν πορείαν τῶν ἀροτήρων βοῶν, ὅπως ὁ γεωργὸς ἀκολουθεῖ τὴν πορείαν τοῦ ἡλίου. ἤτοι ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς. Εἶναι δὲ ἡ ἀνατολὴ εὐοίωνον σημεῖον, ὅπως καὶ ἡ δεξιὰ χεὶρ καὶ πᾶν ὅ,τι εὑρίσκεται ἢ ἐμφανίζεται πρὸς τὰ δεξιά, ὅπως ἓν πτηνόν. Ἀργότερον ἡ βουστροφηδὸν γραφὴ ἤρχετο ἐξ ἀριστερῶν καὶ οὕτω κατέληξεν εἰς τὴν σημερινὴν μορφήν μόνον ἐξ ἀριστερῶν.
Ἂν καὶ ἡ λέξις ἦτο μᾶλλον γνωστὴ καὶ κοινὴ μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, ὅμως σπανίζει εἰς τὸν γραπτὸν λόγον. Μόλις τὸν 2ον μ.Χ., αἰῶνα ὁ φιλόσοφος Ἁρποκρατίων πρῶτος ἀναφέρει δὶς τὴν λέξιν (Λέξεις τῶν δέκα ῥητόρων, 220), μνημονεύων ὅμως ὡς πηγήν του τὸν ἱστορικὸν καὶ ῥητοδιδάσκαλον τοῦ 4ου π.Χ, αἰῶνος Ἀναξιμένη τὸν Λαμψακηνόν. Βεβαίως καὶ ἐν τῷ βυζαντινῷ λεξικῷ «Σουΐδα» ἀπαντᾶ δὶς τὸ ἐπίρρημα καὶ οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ. Προσθετέον ὅτι οἱ κύρβεις καὶ οἱ ἄξονες ἦσαν γραμμένοι διὰ βουστροφηδὸν γραφῆς.

Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆς

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.