Ο Αλέξανδρος πίσω από τον Μέγα

Ο Αλέξανδρος πίσω από τον Μέγα

alexa3d“Δεν υπάρχει τίποτα αδύνατο γι’ αυτόν που θα προσπαθήσει”.

Μέγας Αλέξανδρος

Ηγέομαι: προηγούμαι, προπορεύομαι, είμαι αρχηγός, οδηγώ, διευθύνω, κυβερνώ (Χαρ. Αθ. Μπαλτάς, Λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Αθήνα, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, 1995, σ. 269)

Οι ηγέτες προπορεύονται και οδηγούν. Οι αγαθοί οδηγούν τους λαούς που τους ακολουθούν σε επιτυχίες, σε νίκες, ακόμα και σε θριάμβους. Οι κακοί, σε αποτυχίες και καταστροφές. Οι περισσότεροι ηγέτες έχουν μεικτό “μητρώο”, που περιλαμβάνει μεγάλες και μικρές στιγμές. Η αναζήτηση της σειράς αυτής των Ελλήνων ηγετών περιλαμβάνει εκπροσώπους από όλο το φάσμα της ιστορίας των Ελλήνων, από την αρχαία έως τη νεότερη εποχή. Η νέα Ελλάδα έχει ασφαλώς τη μερίδα του λέοντος, ίσως γιατί παραδόξως είναι η λιγότερο γνωστή. Το σχολείο άφησε περισσότερα κενά στη νεότερη απ’ ό,τι στην αρχαία ιστορία.

Η κοινή πάντως αντίληψη, που συστηματικά διαμόρφωσε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, είναι η ενότητα της ιστορίας μας μέσα στον χρόνο.

Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν ο καταλύτης για την παγκοσμιοποίηση του Ελληνισμού. Ένας άνθρωπος που παρήγαγε πολιτισμικό «παράδειγμα» με διάρκεια ιστορικού βίου δεκαοχτώ περίπου αιώνων. Τι ακριβώς «παγκοσμιοποίησε» ο Μέγας αυτός Έλληνας; Μήπως την εξουσιαστική κυριαρχία έθνους ή φυλής, μήπως κάποια πρώιμη, καθολικού ενδιαφέροντος ιδεολογία, μήπως ιδιάζοντα ήθη και υποδείγματα οργάνωσης του βίου; Το διαφορετικό που κόμισαν οι Έλληνες στην ανθρώπινη Ιστορία και διέσπειρε ο Αλέξανδρος στα τότε γνωστά μήκη και πλάτη της υφηλίου δεν ήταν ιδεολογικού ή ηθικού χαρακτήρα, δεν ήταν το διαφορετικό σε πεποιθήσεις, αρχές, ιδέες, αξίες. Ήταν το διαφορετικό στις ανάγκες, στην ιεράρχηση των αναγκών. Στον κυρίως γεωγραφικό χώρο της ελληνικής παρουσίας –στις δύο ακτές του Αιγαίου και στο ενδιάμεσο Αρχιπέλαγος– γεννήθηκε, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου, η ανάγκη να επαληθεύεται η γνώση: Να μπορούν να ξεχωρίζουν οι άνθρωποι τη βέβαιη από την αβέβαιη γνώση, την αξιόπιστη από την αναξιόπιστη πληροφορία, εντύπωση, πιστοποίηση – να διακρίνουν το σωστό από το λάθος, την αλήθεια από το ψέμμα. Γεννήθηκε η κριτική σκέψη.

Οι Έλληνες αναζήτησαν το κριτήριον της αληθείας: εκείνο το στοιχείο της αισθητής πραγματικότητας που υπάρχει αληθινά – όχι προσωρινά, εφήμερα, ελλειπτικά, υπάρχει πάντοτε απαράλλακτα, δεν μεταβάλλεται, δεν φθείρεται, δεν πεθαίνει. Και ποιο είναι αυτό το προσιτό στην αισθητή πιστοποίηση στοιχείο του κόσμου που συνιστά κριτήριο αληθείας του υπαρκτού και πραγματικού; Δεν είναι κάτι τι, αλλά ένα πώς: είναι ο τρόπος της του παντός διοικήσεως.

Όλα τα επιμέρους υπαρκτά είναι εφήμερα – μεταβλητά, φθαρτά, θνητά, έρχονται και παρέρχονται. Ο τρόπος όμως που σχετίζονται μεταξύ τους είναι αιώνιος, αθάνατος. Είναι μια ανερμήνευτα δεδομένη, κοινή (συμπαντική) λογικότητα – είναι ο ξυνός (ξυν νόω) λόγος: η αρμονία, η τάξη, το κάλλος που αναδείχνουν το σύμπαν σε κόσμον (κόσμημα). Όταν ο άνθρωπος ενεργεί με τον τρόπο της κοσμικής λογικότητας (κατά μετοχήν στον κοινό λόγο), τότε αληθεύει. Όταν ενεργεί ως ιδίαν έχων φρόνησιν, όταν ο λόγος του δεν κοινωνείται, δεν συμπίπτει με την εμπειρική πιστοποίηση όλων, τότε είναι εκτός κοινωνίας, ιδιάζει, ψεύδεται.

Αυτή η αρχή κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης (καθ’ ὅ,τι ἂν κοινωνήσωμεν ἀληθεύομεν, ἃ δε ἂν ἰδιάσωμεν ψευδόμεθα) είναι το στοιχείο ταυτότητας των Ελλήνων μέσα στην Ιστορία. Είναι και η μήτρα από την οποία γεννήθηκαν η ελληνική πόλις και η πολιτική. Οι Έλληνες ονόμασαν πόλιν όχι τον διευρυμένο, πολυπληθή οικισμό, αλλά έναν άλλο τρόπο συνύπαρξης και ύπαρξης: τον τρόπο της λογικής κοσμιότητας, το κοινόν άθλημα να αληθεύει ο βίος – άθλημα κοινωνικής πραγμάτωσης της αλήθειας.

Ο άνθρωπος είναι φύσει ζώον κοινωνικόν, υπάρχει συλλογικά για να κοινωνεί την χρείαν, τις πολυποίκιλες ανάγκες του και να κοινωνεί τις ανάγκες καταμερίζοντας την εργασία. Η πόλις γεννιέται όταν μια ανθρώπινη συλλογικότητα δεν αρκείται στο να κοινωνείται η χρεία, θέλει κοινωνώντας τις βιοτικές ανάγκες, να πραγματώνει και να φανερώνει το αληθές: δηλαδή τις κατά λόγον σχέσεις κοινωνίας, την ενεργό (ελεύθερη) πραγμάτωση της αλήθειας. Πολιτική είναι οι όροι και οι θεσμοί (ο τρόπος, το πώς) της πραγμάτωσης του κοινού αθλήματος της πόλεως.

Στο άθλημα μετέχουν όλοι, την ευθύνη και εξουσία διαχείρισης των κοινών διαχειρίζονται όλοι οι πολίτες μετέχοντας ισότιμα κρίσεως και αρχής. Η εξουσία (κράτος) και ο δήμος (πολίτες) ταυτίζονται, η δημοκρατία για τους Έλληνες νοείται μόνο ως κοινόν άθλημα να αληθεύει ο βίος.

“Ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν ο καταλύτης για την παγκοσμιοποίηση του Ελληνισμού”.

Η έκπληξη, που ήταν η ελληνική πόλις και δημοκρατία, γνώρισε βραχύβια πραγματοποίηση μέσα στην Ιστορία: Καταπόθηκε από τη φρίκη του εμφύλιου «πελοποννησιακού» πολέμου και την παρακμή των πόλεων της κυρίως Ελλάδας, που ακολούθησε. Παρ’ όλα αυτά, το καινοτόμο κατόρθωμα επέζησε με τη δυναμική του αυτονόητου στόχου (τέλους, σκοπού) της ανθρώπινης συμβίωσης. Συνάγουμε αυτή την πιστοποίηση έστω και μόνο από το γεγονός της τιμής και της αίγλης που περιεβλήθη το ελληνικό όνομα στον γνωστό τότε κόσμο, όπως και από τη ραγδαία διεθνοποίηση της ελληνικής γλώσσας, την ανάδειξή της σε «κοινή» (μέσο κοινής συνεννόησης) για πολλούς αιώνες: Από τον 2ο αιώνα π.Χ., περίπου, ώς τον 15ο αιώνα μ.Χ., στα πότε αχανή και πότε συντετμημένα όρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (– και ως τα τέλη του 19ου αιώνα σε έναν ευρύτατο γεωγραφικό χώρο της ευρωπαϊκής και μέσης ανατολής).

Στον γλωσσικό τουλάχιστον εξελληνισμό της πλειονότητας του πληθυσμού σε μια έκταση γεωγραφική τεράστια, από την Αίγυπτο ώς τα βάθη της Ασίας, συνέβαλε αποφασιστικά η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου: Αρχικός σκοπός της ήταν η συντριβή των Περσών, που αποτελούσαν συνεχή απειλή για τους Έλληνες. Ο σκοπός επιτεύχθηκε, αλλά η εκστρατεία συνεχίστηκε. Επεκτάθηκε σε χώρες και περιοχές που μόνο η θέα τους στον χάρτη, ακόμη σήμερα, προκαλεί δέος: Ελευθέρωσε ο Αλέξανδρος την ελληνική Μικρά Ασία αποκαθιστώντας δημοκρατία (βίο πολιτικό) στις εκεί ελληνίδες πόλεις. Κατάκτησε τη Συρία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη. Επέστρεψε για να εισβάλει στη Μεσοποταμία, ολοκλήρωσε την κατάληψη της Περσίας και της Βαβυλωνίας (το σημερινό Ιράν και Ιράκ). Κυρίευσε τη Βακτριανή (σημερινό Αφγανιστάν), έφτασε στην Κασπία και στον Ινδικό Καύκασο (Hindu Kush), τόλμησε και την κάθοδο στις Ινδίες περνώντας τον Ινδό ποταμό και φτάνοντας ώς τον Γάγγη. Αποστάσεις ιλιγγιώδεις, εκτάσεις αχανείς, κυριαρχία πάνω σε τεράστια ποικιλία λαών, φυλών, γλωσσών, ηθών, παραδόσεων πληθωρικής πολυμορφίας. Οκτώμισι χρόνια μυθικής περιπέτειας, με τους Έλληνες της στρατιάς του Αλέξανδρου να έχουν διανύσει 18.000 χιλιόμετρα, από την Αμφίπολη της Μακεδονίας ώς τα πέρατα των Ινδιών.

W.W.TARN

Ο Αλέξανδρος Γ’, γιος του Φίλιππου Β’ και της Ολυμπιάδας, κόρης του Νεοπτόλεμου, βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου, γεννήθηκε το καλοκαίρι του 356 π.Χ. και ήταν 20 ετών όταν, το 336 π.Χ., διαδέχθηκε τον πατέρα του στο θρόνο της Μακεδονίας. Παρότι και οι δύο γονείς του επαίρονταν για την ελληνική καταγωγή τους, ο Αλέξανδρος είχε και ιλλυρικό αίμα από τον πατέρα του, πιθανόν και από τη μητέρα του. Όταν ο Αλέξανδρος έγινε δεκατριών ετών, ο Φίλιππος προσκάλεσε τον Αριστοτέλη στη Μακεδονία και του ανέθεσε την εκπαίδευση του γιου του. Ο Αλέξανδρος επηρεάστηκε και από άλλους στο διάβα της ζωής του, κυρίως όμως από τον Αριστοτέλη και την Ολυμπιάδα, δηλαδή από έναν φιλόσοφο που δίδασκε ότι η μετριοπάθεια ήταν αρκετή για να κρατήσει ένα βασίλειο ενωμένο και από μία ευφυέστατη γυναίκα γεμάτη πάθη. Η Ολυμπιάδα, εκτός των άλλων, ήταν πολύ περήφανη για την καταγωγή της. Επίσης, ήταν ιέρεια στα Καβείρια που τελούνταν στη Σαμοθράκη. Όσο ζούσε απολάμβανε την αμέριστη αγάπη του γιου της, ο οποίος, παρότι κληρονόμησε από τον πατέρα του τη στρατιωτική ιδιοφυΐα και την ικανότητα να κυβερνάει, ήταν εξίσου παθιασμένος με τη μητέρα του σε ό,τι έκανε, μολονότι η σκέψη του παρέμενε απλή και πρακτική.

Ήταν παιδί ακόμη όταν ανέλαβε την υποδοχή κάποιων Περσών απεσταλμένων και κατάφερε να προκαλέσει την προσοχή τους όταν άρχισε να τους ρωτάει για τους δρόμους που διασχίζουν την Ασία. Για τις σωματικές απολαύσεις ενδιαφερόταν ελάχιστα, εκτός από το κυνήγι. Διάβαζε, όμως, πολλή ποίηση και συμμεριζόταν την αντιπάθεια του Ευριπίδη προς τους επαγγελματίες αθλητές. Οι ήρωές του ήταν ο Αχιλλέας και ο Ηρακλής και φύλαγε πάντοτε κάτω από το μαξιλάρι του ένα αντίγραφο της Ιλιάδας, το οποίο είχε επιμεληθεί για χάρη του ο Αριστοτέλης.

Στα τρία χρόνια που πέρασαν μαζί στη Μίεζα, ο Αριστοτέλης τού δίδαξε ηθική και τις γνώσεις του για τα πολιτικά πράγματα και τη γεωγραφία της Ασίας, ίσως δε και ορισμένα στοιχεία μεταφυσικής. Αργότερα, ο Αριστοτέλης έγραψε για τον Αλέξανδρο μια πραγματεία για την τέχνη της διακυβέρνησης και ίσως άλλη μία σχετικά με τον εποικισμό. Καλλιέργησε, επίσης, το ενδιαφέρον του Μακεδόνα βασιλιά για τη φιλοσοφία, την επιστημονική έρευνα και την ιατρική. Τα δύο τελευταία αποδείχτηκαν πολύ χρήσιμα, όπως φάνηκε από τη φροντίδα του Αλέξανδρου για την υγεία και την υγιεινή του στρατεύματός του στην Ασία και από τη συμβολή του στη γνώση της γεωγραφίας, της υδρογραφίας, της εθνολογίας, της ζωολογίας και της βοτανικής. Το ενδιαφέρον του για τη φιλοσοφία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μερίμνησε να πάρει μαζί του στην Ασία επιφανείς φιλόσοφους, αλλά και από την πραγματεία περί βασιλείας που έγραψε γι’ αυτόν ο Ξενοκράτης. Επίσης, ο θαυμασμός του για τον Ηρακλή μπορεί να ενισχύθηκε από τη διδασκαλία των Κυνικών, οι οποίοι θεωρούσαν τον ήρωα ημίθεο ως τον ιδεώδη βασιλιά που μοχθούσε για το καλό της ανθρωπότητας.

Ο Αλέξανδρος είχε λευκό δέρμα, ήταν ροδαλός και πάντα καλοξυρισμένος. Τα γλυπτά πορτρέτα του Λύσιππου έκαναν πασίγνωστη την κλίση του κεφαλιού του προς τα αριστερά και τα ελαφρώς σηκωμένα μάτια με την ήπια έκφραση. Κατά τα άλλα, την εποχή της ανάρρησής του στο θρόνο, ο Αλέξανδρος δεχόταν μεν τις συμβουλές των ανθρώπων που ήταν δίπλα του, αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να τον παρασύρει. Ήταν γενναιόδωρος, φιλόδοξος, δεσποτικός, πιστός στους φίλους του και, πάνω απ’ όλα, πολύ νέος. Όλα τα χαρακτηριστικά του, είτε είχαν θετικό είτε αρνητικό πρόσημο, επρόκειτο να φανούν τα επόμενα χρόνια, καθώς άρχιζε να γίνεται γνωστός στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου.

Στα δεκαέξι του κυβερνούσε τη Μακεδονία ενόσω απουσίαζε ο πατέρας του και είχε καταφέρει να καταπνίξει μια εξέγερση στη Θράκη. Στα δεκαοκτώ του είχε ηγηθεί της αριστερής πτέρυγας του στρατού του Φίλιππου στη Χαιρώνεια, όπου συνέτριψε τον Ιερό Λόχο των Θηβαίων. Στα δεκαεννιά του εξορίστηκε.

Οι σχέσεις Φίλιππου και Ολυμπιάδας ήταν από καιρό τεταμένες, καθώς η Ολυμπιάδα επ’ ουδενί δεν ανεχόταν τις ερωμένες του Φίλιππου. Τα προβλήματα κορυφώθηκαν το 337 π.Χ., όταν ο Φίλιππος παντρεύτηκε την Κλεοπάτρα, ανιψιά του στρατηγού του Άτταλου. Η επιλογή της συγκεκριμένης γυναίκας ήταν εξόχως απειλητική για τη θέση της Ολυμπιάδας στο βασίλειο των Μακεδόνων. Ο Φίλιππος λέγεται ότι είχε ισχυρές αμφιβολίες για το αν ο Αλέξανδρος ήταν πράγματι γιος του – πρόκειται πιθανώς για μια ιστορία την οποία είχαν επινοήσει οι φίλοι του Άτταλου. Στην τελετή του γάμου του Φίλιππου με την Κλεοπάτρα, ο Άτταλος ζήτησε από την ομήγυρη να προσευχηθεί για έναν νόμιμο διάδοχο του θρόνου. Ο Αλέξανδρος εξοργίστηκε, του πέταξε στο πρόσωπο την κούπα που κρατούσε, πήρε τη μητέρα του και αναχώρησε για την Ιλλυρία. Ο Φίλιππος αντέδρασε ακαριαία. Εξόρισε όλους τους φίλους του Αλέξανδρου, συμπεριλαμβανομένων του Άρπαλου, βασιλικού γόνου από την Ελιμιώτιδα, που είχε σχέση με τον βασιλικό οίκο των Μακεδόνων, του Πτολεμαίου του γιου του Λάγου (αργότερα επονομαζόμενου Σωτήρα), καθώς και του Νέαρχου από την Κρήτη, που είχε εγκατασταθεί στην Αμφίπολη. Τελικά, μεσολάβησε ο Δημάρατος από την Κόρινθο, ο οποίος έπεισε τον Φίλιππο να καλέσει τον Αλέξανδρο να επιστρέψει.

Τον επόμενο χρόνο ο Φίλιππος δολοφονήθηκε. Η επίσημη άποψη της Μακεδονικής Αυλής ήταν ότι ο δολοφόνος είχε πληρωθεί από τους Πέρσες. Διόλου απίθανο. Η στάση του Αντίπατρου απαλλάσσει πλήρως τον Αλέξανδρο από κάθε υποψία. Η Ολυμπιάδα μπορεί να είχε ενημερωθεί για τη συνωμοσία, αλλά το μόνο εις βάρος της στοιχείο είναι η μετέπειτα εχθρική στάση του Αντίπατρου απέναντί της, καθώς ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτό το θέμα οφείλεται στην προπαγάνδα του Κάσσανδρου. Κάποιοι στην Ελλάδα πίστευαν ότι οι συνωμότες ήθελαν να ανεβάσουν στο θρόνο τον Αλέξανδρο, γιο του Αέροπου του Λυγκηστή. Αν αυτό αληθεύει, η Ολυμπιάδα είναι πέρα ως πέρα αθώα. Οι μικρότεροι γιοι του Αέροπου ήταν μεταξύ των συνωμοτών, αλλά ο μεγαλύτερος έσπευσε να διαχωρίσει τη θέση του. Ήταν ο πρώτος που χαιρέτησε τον Αλέξανδρο ως βασιλιά.

Οι στάσεις

Πάνω από όλα, ο Αλέξανδρος ήταν μια από τις πιο γονιμοποιητικές δυνάμεις της Ιστορίας. Έβγαλε τον πολιτισμένο κόσμο από ένα χαράκωμα και τον οδήγησε σε ένα εντελώς άλλο. Εγκαινίασε μια νέα εποχή όπου τίποτε δεν μπορούσε πια να είναι όπως πριν. Διεύρυνε σημαντικά τα όρια της γνώσης και της ανθρώπινης προσπάθειας και έδωσε στην ελληνική επιστήμη και στον ελληνικό πολιτισμό ένα πεδίο δράσης και ευκαιρίες που δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ πριν. Η ιδιαιτερότητα αντικαταστάθηκε από την ιδέα του «κατοικημένου κόσμου» της οικουμένης, κοινού κτήματος των πολιτισμένων ανθρώπων. Το εμπόριο διεθνοποιήθηκε και η «οικουμένη» συνδέθηκε με ένα δίκτυο νέων δρόμων και πόλεων, αλλά και κοινών συμφερόντων. Ο ελληνικός πολιτισμός, ο οποίος ως τότε περιοριζόταν ουσιαστικά στους Έλληνες, διαδόθηκε σε όλον εκείνο τον κόσμο. Για διευκόλυνση των κατοίκων του, αντί για τις πολλές ελληνικές διαλέκτους, αναπτύχθηκε η γλωσσική μορφή της λεγόμενης ελληνικής κοινής, της «κοινής ομιλίας». Η Ελλάδα που δίδαξε τη Ρώμη ήταν ο Ελληνιστικός κόσμος, τον οποίο δημιούργησε ο Αλέξανδρος. Η παλαιά Ελλάδα ελάχιστη σημασία είχε πια, έως ότου οι σύγχρονοι λόγιοι ανασυνέθεσαν την Αθήνα του Περικλή.

Εάν ο σύγχρονος κόσμος αντλεί τον πολιτισμό του από την Ελλάδα, αυτό το οφείλει στον Αλέξανδρο, που του προσέφερε αυτήν τη δυνατότητα. Έστω κι αν δεν μπόρεσε να συγχωνεύσει τις φυλές, ο Αλέξανδρος ξεπέρασε τα εθνικά κράτη, και για να το πετύχει αυτό σημαίνει ότι ξεπέρασε τις εθνικές λατρείες. Οι άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν την ενότητα που πρέπει να βρίσκεται πίσω από τις διάφορες θρησκείες. Εξωτερικά, αυτή η ενότητα υλοποιήθηκε τελικά με την επίσημη λατρεία του Ρωμαίου αυτοκράτορα, που προέκυψε από τη λατρεία του Αλέξανδρου μετά το θάνατό του. Εκτός όμως από αυτή την εξωτερική πτυχή, στις καρδιές των ανθρώπων άρχισε να αναπτύσσεται η λαχτάρα για μια αληθινή πνευματική ενότητα.

Ο Αλέξανδρος ήταν εκείνος που δημιούργησε το μέσον με το οποίο διαδόθηκε μια τέτοια ιδέα, διότι χάρη σ’ αυτόν ο ελληνικός πολιτισμός εισέδυσε στη δυτική Ασία. Ακόμη και αν το μεγαλύτερο μέρος του συγκεκριμένου έργου το υλοποίησαν οι διάδοχοί του, εκείνος ήταν που είχε ανοίξει το δρόμο. Χωρίς αυτόν, εκείνοι δεν θα είχαν υπάρξει. Συνεπώς, όταν επιτέλους ο Χριστιανισμός έδειξε το δρόμο για αυτήν την πνευματική ενότητα την οποία αναζητούσε η ανθρωπότητα, υπήρχε έτοιμο το μέσο για τη διάδοση της νέας θρησκείας, ο κοινός ελληνιστικός πολιτισμός του «κατοικημένου κόσμου», της οικουμένης. Χωρίς αυτόν, οι κατακτήσεις του Χριστιανισμού ίσως θα ήταν πιο βραδύρρυθμες και δύσκολες, όπως έγιναν όταν ξεπεράστηκαν τα όρια του κοινού πολιτισμού.

Εάν, όμως, τα όσα έκανε ήσαν σπουδαία, ακόμη σπουδαιότερο ήταν αυτό που ονειρεύτηκε. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Αλέξανδρος βρήκε την Ιδανική Πολιτεία του Αριστοτέλη και την αντικατέστησε με την Ιδανική Πολιτεία του Ζήνωνα. Δεν ανέτρεψε απλώς τις αυστηρές δεσμεύσεις του πρώτου που περιόριζε τους ανθρώπους μέσα στις δυνατότητές τους, αλλά δημιούργησε νέες δυνατότητες κατάλληλες για ανθρώπους σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν ήταν πια ανάγκη να είναι φτωχός και όπου η επιβολή περιορισμών στον πληθυσμό δεν είχε κανένα νόημα. Η Πολιτεία του Αριστοτέλη όμως εξακολουθούσε να μη δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον για την ανθρωπότητα εκτός των δικών της συνόρων. Ο ξένος έπρεπε πάντα να είναι ή δούλος ή εχθρός.

Ο Αλέξανδρος τα άλλαξε όλα αυτά. Όταν δήλωσε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ωσάν γιοι ενός Πατέρα και όταν στην Ώπη προσευχήθηκε οι Μακεδόνες και οι Πέρσες να γίνουν συνέταιροι στην κοινοπολιτεία και ευχήθηκε οι λαοί του κόσμου τούτου να μπορούσαν να ζήσουν σε αρμονία και ενωμένοι στην καρδιά και τον νου, διακήρυξε για πρώτη φορά την ενότητα και την αδελφοσύνη των ανθρώπων. Μπορεί να μη σκέφτηκε τον κόσμο των δούλων – δεν το γνωρίζουμε αυτό. Αλλά εκείνος, πρώτος ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους, υπήρξε πρόθυμος να ξεπεράσει τις εθνικές διαφορές και να δηλώσει, όπως θα έκανε αργότερα ο απόστολος Παύλος, ότι δεν υπάρχουν ούτε Έλληνες ούτε βάρβαροι. Η ορμή αυτής της πανίσχυρης αποκάλυψης συνεχίστηκε από ανθρώπους που σκέφτηκαν και τους δούλους. Διότι ο Ζήνων, που μεταχειριζόταν τους δούλους του όπως τον εαυτό του, και ο Σενέκας, που ονόμαζε τον εαυτό του σύντροφο-σκλάβο των σκλάβων του, θα είχαν κατανοήσει (ενώ ο Αλέξανδρος ίσως όχι) τον απόστολο Παύλο όταν έλεγε: «οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος». Πριν από τον Αλέξανδρο, τα όνειρα των ανθρώπων για την ιδανική πολιτεία βασίζονταν στην ταξική κυριαρχία και τη δουλεία. Ωστόσο, μετά από αυτόν έρχεται η σπουδαία Πολιτεία του Ηλίου του Ιάμβουλου, που βασίζεται στην αδελφοσύνη και την αξιοπρέπεια της ελεύθερης εργασίας.

Πάνω από όλα, ο Αλέξανδρος ενέπνευσε το όραμα του Ζήνωνα για έναν κόσμο στον οποίο όλοι οι άνθρωποι πρέπει να συμμετέχουν, να είναι πολίτες μιας Πολιτείας χωρίς διακρίσεις φυλών ή θεσμών και να υπόκεινται μόνο στην αρμονία του Φυσικού Δικαίου, η οποία εμπεριέχεται στο Σύμπαν και να ζουν μαζί στην κοινωνία όχι καταναγκαστικά αλλά μόνο με την εκούσια συναίνεσή τους ή (όπως το τοποθετεί) με την Αγάπη. Η λαμπρότητα αυτού του ανέφικτου ονείρου μάς θυμίζει ίσως ότι όχι μία αλλά δύο σπουδαίες γραμμές της κοινωνικοπολιτικής σκέψης που μέχρι πρόσφατα διαιρούσε τον κόσμο ανάγονται στον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα. Διότι, εάν, όπως πολλοί πιστεύουν, υπήρχε πράγματι μια γραμμή καταγωγής από τον ισχυρισμό του για τη θεϊκή του υπόσταση, μέσω του Ρωμαίου αυτοκράτορα και του μεσαιωνικού πάπα, έως τις μεγάλες δεσποτείες του χθες, τις «ελέω Θεού» δεσποτείες, υπάρχει σίγουρα και μια γραμμή καταγωγής από την προσευχή του στην Ώπη, μέσω των Στωικών και ενός μέρους του χριστιανικού ιδεώδους, έως την αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων την οποία διακήρυξε (αν και έμεινε μόνο στη διακήρυξη) η Γαλλική Επανάσταση. Ο πυρσός που άναψε ο Αλέξανδρος απλώς σιγόκαιγε για καιρό. Ίσως εξακολουθεί ακόμη σήμερα απλώς να σιγοκαίει, όμως ποτέ δεν έσβησε και ποτέ δεν θα σβήσει.

“Εάν, όμως, τα όσα έκανε ήσαν σπουδαία, ακόμη σπουδαιότερο ήταν αυτό που ονειρεύτηκε”.

 anthologio.wordpress.com

Νίκος Τσούλιας
Κατάγεται από την Αυγή Αμαλιάδας και είναι εκπαιδευτικός.
Έχει εκλεγεί πρόεδρος της ΟΛΜΕ τέσσερις φορές (1996 – 2003) και έχει εκπονήσει διδακτορική διατριβή στην Ειδική Αγωγή.
Έχει εκδώσει δύο βιβλία εκπαιδευτικού περιεχομένου τα: “Σε πρώτο πρόσωπο” και «Παιδείας εγκώμιον». Έχει δημοσιεύσει δεκάδες άρθρα σε επιστημονικά και εκπαιδευτικά περιοδικά.
Έχει συνεργαστεί επαγγελματικά με τις εφημερίδες «ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ» (1980 – 1986) και «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» (1988 – 1996). Τα τελευταία χρόνια αρθρογραφεί στην εφημερίδα “ΤΟ ΑΡΘΡΟ” και στις εφημερίδες της ΗΛΕΙΑΣ: «ΠΡΩΙΝΗ», “ΑΥΓΗ” και “ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ”.

Κατάγεται από την Αυγή Αμαλιάδας και είναι εκπαιδευτικός. Έχει εκλεγεί πρόεδρος της ΟΛΜΕ τέσσερις φορές (1996 – 2003) και έχει εκπονήσει διδακτορική διατριβή στην Ειδική Αγωγή. Έχει εκδώσει δύο βιβλία εκπαιδευτικού περιεχομένου τα: “Σε πρώτο πρόσωπο” και «Παιδείας εγκώμιον». Έχει δημοσιεύσει δεκάδες άρθρα σε επιστημονικά και εκπαιδευτικά περιοδικά. Έχει συνεργαστεί επαγγελματικά με τις εφημερίδες «ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ» (1980 – 1986) και «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» (1988 – 1996). Τα τελευταία χρόνια αρθρογραφεί στην εφημερίδα “ΤΟ ΑΡΘΡΟ” και στις εφημερίδες της ΗΛΕΙΑΣ: «ΠΡΩΙΝΗ», “ΑΥΓΗ” και “ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ”.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.