Οὐκ ἂν λάβοις…

Οὐκ ἂν λάβοις…

sxoliki aithousaΛίγους μήνες πριν από την έναρξη του σχολικού έτους βρισκόμαστε για άλλη μια φορά αντιμέτωποι με μια πλειάδα προβλημάτων τα οποία χρήζουν άμεσης και υπεύθυνης επίλυσης και καταλήγουμε πάλι στην τραγική διαπίστωση πως η κατά τα άλλα «καλολαδομένη» μας μηχανή (λέγε με εκπαιδευτικό σύστημα) μάλλον δεν είναι τόσο άρτια λειτουργικά όσο θέλαμε να πιστεύουμε ότι είναι, ήθελαν να πιστεύουμε ότι είναι είτε ελπίζαμε ότι θα είναι κάποια στιγμή. Ζητήματα όπως αυτά που προέκυψαν έπειτα από τις ακούσια εσφαλμένες δηλώσεις της περιβόητης πλέον δασκάλας για τους φθόγγους και τα φωνήεντα και τη θύελλα αντιδράσεων και ανταπαντήσεων που αυτές εξήγειραν, μόνο την πόλωση, την αποσταθεροποίηση και τον εσωτερικό διχασμό κατάφεραν να φέρουν στην εκπαιδευτική κοινότητα της χώρας. Μια σειρά από λάθος δηλώσεις, παραφουσκωμένες απαντήσεις γεμάτες έπαρση και εθνική υπερηφάνεια, καταγγελτικές για τον πόλεμο που μας ασκείται ως χώρα και να ’μαστε και ’μεις πάλι στη μέση συνηθισμένοι και πλήρως εναρμονισμένοι με το ρόλο του δάκτυλου, που με την μεγαλύτερη ευκολία και χωρίς δεύτερες σκέψεις και περαιτέρω δισταγμούς υποδεικνύει τον ένοχο, στήσαμε ένα λαϊκό δικαστήριο, δικάσαμε, καταδικάσαμε και στείλαμε στο δήμιο την δασκάλα. Τι κάναμε όμως στην πραγματικότητα; Επιλέξαμε να κοιτάξουμε για άλλη μια φορά το δέντρο και να χάσουμε το δάσος, να χάσουμε δηλαδή την ουσία ή για μερικούς να την επανατοποθετήσουμε αλλού.
Το κυριότερο πρόβλημα μας τώρα νομίζω πως είναι το εξής: εξετάζουμε το θέμα από λάθος οπτική και κατά συνέπεια προχωρούμε και σε λύσεις σπασμωδικές, οι οποίες κανένα ορθό αποτέλεσμα δεν πρόκειται να επιφέρουν. Το αν η δασκάλα μπέρδεψε ή όχι και γιατί τα φωνήεντα με τους φθόγγους είναι ζήτημα ήσσονος σημασίας. Ειλικρινά, οι συνέπειες και το αντίχτυπο που έχει στους μαθητές αυτής της δασκάλας το λάθος στο οποίο υπέπεσε η ίδια που αν μη τι άλλο εύκολα διορθώνονται. Αυτό που πρέπει να μας απασχολεί είναι η εικόνα αυτής της δασκάλας, η οποία καταμαρτυρεί την γενικότερη εικόνα, που παρουσιάζει εδώ και δεκαετίες το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας και η οποία διαιωνίζονταν με την συναίνεση των υψηλά ιστάμενων του τόπου. Όσο κι αν θα ευχόμασταν το περιστατικό αυτό με την δασκάλα να ήταν το μοναδικό και αυτή να ενσάρκωνε απλώς τον «κακό» της ιστορίας, ο οποίος με την  παραδειγματική τιμωρία του, «εξορισμένος» από την εκπαιδευτική κοινότητα θα οδηγούσε και την ιστορία στην λύση της, δυστυχώς δεν είναι. Υπάρχουν χιλιάδες άλλοι τέτοιοι απαίδευτοι και πραγματικά ακαλλιέργητοι εκπαιδευτικοί και μάλιστα ακόμα και σε ανώτερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, οι οποίοι πράττουν, χωρίς καμία υπερβολή και με αδιαπραγμάτευτη αντικειμενικότητα, εγκληματικά. Πρώτα απ’ όλα ας ξεκαθαρίσουμε το εξής: σαφώς η εκπαίδευση -και όχι η παιδεία! καθώς αυτές αποτελούν δυο εντελώς διαφορετικές έννοιες τις οποίες εμείς στην Ελλάδα έχουμε λανθασμένα την τάση να τις συγχέουμε!-είναι ένα οικοδόμημα που χτίζεται τμηματικά, σταδιακά, βήμα προς βήμα και για το καλό χτίσιμό της απαιτείται η αμέριστη προσοχή τόσο του διδάσκοντα όσο και του διδασκόμενου από τις πρώτες κιόλας τάξεις του δημοτικού. Όμως το πρόβλημα που εντοπίζεται κυρίως στην ανώτερη εκπαίδευση είναι με κάθε επιείκεια αξιοσημείωτο. Στο σημείο αυτό θα ήταν σκόπιμο να γίνει μια διευκρίνιση: Επειδή είμαι φύσει πολέμιος των γενικεύσεων και των πολλάκις εσφαλμένων συμπερασμάτων που εξάγονται από αυτές θα ήθελα να αποσαφηνίσω πως σαφώς και υπάρχουν σ’ όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες εξαίρετοι εκπαιδευτικοί και άριστοι επαγγελματίες. Σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης πραγματικότητας υπάρχουν κα οι εξαιρέσεις επειδή όμως δεν είμαστε ακόμα απόλυτα σίγουροι αν η εξαίρεση διαμορφώνει εν τέλει τον κανόνα οφείλουμε να εξετάσουμε όλες τις παραμέτρους.
Αδιαμφισβήτητα, λοιπόν, το πρόβλημα εντοπίζεται εντονότερο στις μεγαλύτερες τάξεις του γυμνασίου και πρωτίστως του λυκείου εκεί που υποτίθεται πως ο μαθητής έχει αποκτήσει μια σφαιρική γνώση των πραγμάτων και στόχος πλέον είναι η επίτευξη μιας βαθύτερης και όσο το δυνατόν ουσιαστικότερης ίσως και βιωματικής σχέσης με τα θέματα που εξετάζονται στα σχολικά πλαίσια, εκεί που πλέον το κύριο μέλημα δεν είναι η παροχή πληροφοριών και γνώσεων αλλά η διάπλαση άρτιων προσωπικοτήτων και η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, η οποία σαφέστατα και δεν καλλιεργείται μέσα σε μερικά μόνο χρόνια. Απλώς σε ένα διάστημα δωδεκαετούς φοίτησης συντελείται μια συνολική και μεθοδική προσπάθεια για να δοθεί το έναυσμα, έτσι ώστε ο μαθητής να μυηθεί σε έναν κριτικό τρόπο σκέψης και εξέτασης του κόσμου γύρω του, ο οποίος ενδεχομένως να αντιπροσωπεύσει αργότερα και μια ολόκληρη βιοθεωρία που θα υιοθετηθεί από τον μαθητή ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων και εκεί γίνονται και τα τερατώδη λάθη. Το τραγικότερο απ’ όλα δεν είναι να στέκεται στην τάξη ένας καθηγητής, η μια εκπαιδευτικός δημοτικής εκπαίδευσης στην προκειμένη, με ελλιπείς ή έστω ανεπαρκείς γνώσεις. Αυτός πιθανότατα μπορεί να καταστεί ο πιο «άκακος» εχθρός του υπό -εδώ και δεκαετίες- αναμόρφωση συστήματός μας, αφού η αδυναμία του αυτή μπορεί να καλυφθεί εύκολα με προσωπική δουλειά του ίδιου εκτός των προβλεπόμενων εργασιακών ωραρίων.
Αντίθετα, αυτό που αποτελεί ένα πραγματικό όνειδος για την ίδια την χώρα είναι ότι κάποιοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι έχουν πρόχειρα διδαχθεί κάποιες βασικές αρχές της παιδαγωγικής και ίσως διαθέτουν κάποια πιστοποίηση, η οποία δεν αποδεικνύει ουσιαστικά τίποτα -εξάλλου ας μην ξεχνάμε το πλέον παράδοξο που ισχύει στην χώρα μας, το ό,τι δηλώνεις είσαι!-,αφήνονται έπειτα ελεύθεροι και ανενόχλητοι να επιδρούν και να διαπλάθουν όχι μόνο τις ψυχές χιλιάδων μαθητών που βρίσκονται στην πιο εύθραυστη και ευεπηρέαστη ηλικία τους αλλά και να διαμορφώνουν και ως ένα βαθμό να καθορίζουν ολόκληρη τη στάση τους απέναντι στη ζωή. Με άλλα λόγια δίνουν στα παιδιά τις τελευταίες προσλαμβάνουσες και τις πιο καθοριστικές όταν αυτά έχουν ήδη αποκτήσει μια συνολικότερη θεώρηση του κόσμου. Καθηγητές οι οποίοι έχουν μείνει κολλημένοι σε πανάρχαιες εκπαιδευτικές πρακτικές και σκοταδιστικές μεθόδους διδασκαλίας, καθηγητές υπέρμαχοι αναχρονιστικών τρόπων διακυβέρνησης της χώρας, της χούντας και του φασισμού, καθηγητές που ξεδιάντροπα ανακηρύσσουν το χρήμα ως θεό τους και επιδιώκουν να προσηλυτίσουν τους ανυποψίαστους μαθητές τους. Και αυτές οι περιπτώσεις όσο εξωπραγματικές κι αν φαντάζουν σε κάποιους είναι μόνον λίγες από αυτές που συναντά κανείς στις διδακτικές αίθουσες. Καθηγητές κουρασμένοι, βολεμένοι και απροσπέλαστοι στην αναπαυτική τους καρέκλα πίσω από την έδρα, χωρίς ανησυχίες, με ξοφλημένα ιδανικά κα αξίες, με γερασμένες ιδέες και μυαλά, παραδομένοι στον χρόνο και απογοητευμένοι αφού βλέπουν τις χρηματικές τους απολαβές να μειώνονται δραματικά χρόνο με το χρόνο. Βέβαια, το πρόβλημα που έχει ενσκήψει με τις χρηματικές απολαβές να μειώνονται και το κόστος ζωής να αυξάνεται κατακόρυφα, ποσά αντιστρόφως ανάλογα, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί δικαιολογία ή δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως λευκό πανί από τους εκπαιδευτικούς. Ο πραγματικός εκπαιδευτικός, ο κατεξοχήν εκπαιδευτικός, αυτός που έχει όραμα και ιδανικά, που έχει στόχο, επίγνωση και συναίσθηση του λειτουργήματος που ασκεί, του μεγάλου έργου που φέρει καθημερινά στις πλάτες του, που συνειδητοποιεί πως οφείλει να αποτελεί υπόδειγμα πρώτα απ’ όλα ανθρώπου και δευτερευόντως επαγγελματία για τους μαθητές του, αυτός ακόμα και αν γνώριζε πως στο τέλος του μήνα μόνο κατά λίγα ευρώ θα γινόταν πλουσιότερος λίγο μόνο θα νοιαζόταν. Ωστόσο, επειδή οι εποχές κάθε άλλο παρά ιδανικές μπορούν να χαρακτηριστούν και για να αποφύγουμε κάθε είδους ρομαντισμό και ιδεαλισμό, οι χρηματικές απολαβές των εκπαιδευτικών είναι μια νευραλγική συνιστώσα που πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς. Και απορώ: τι να την κάνουμε εμείς μια παιδεία εκσυγχρονισμένη, με υπολογιστές και μαζική χρήση του διαδικτύου, με τους διαδραστικούς πίνακες και τα e-books όταν οι μαθητές που γνωρίζουν ή είχαν την τύχη να γνωρίσουν το πραγματικό περιεχόμενο της διδασκαλίας, όσοι ένιωσαν σε κάποιες άλλες, πιο φιλόξενες αίθουσες φροντιστηρίων το μυαλό τους να πλαταίνει έστω και στο ελάχιστο με τη διδασκαλία κοιτούν με λύπη στα μάτια τους καθηγητές τους; Και αυτοί, δυστυχώς, οι μαθητές είναι πολλοί. Μπορούμε να είμαστε πραγματικά περήφανοι για ένα σύστημα στο οποίο ελλείπει ο αμοιβαίος σεβασμός πομπού και δέκτη, διδάσκοντα και διδασκόμενου, για ένα σύστημα το οποίο προκαλεί το μίσος και την αποστροφή μαθητών και εκπαιδευτικών, για ένα σύστημα που η ύπαρξή του προσβάλει την ίδια την έννοια της παιδείας;
Με δυο λόγια το ελληνικό σχολείο σήμερα στερείται οράματος, απουσιάζει απ’ αυτό το μεράκι, η όρεξη για δουλειά. Έτοιμες λύσεις δεν υπάρχουν. Μπορούμε όμως να ξαναβρούμε τον ανώτερο σκοπό, το νόημα σ’ όλα αυτά. Αυτή ίσως θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αρχή (όχι λύση!) μόνον αρχή. Λίγα να δώσεις στους εκπαιδευτικούς, λίγα όχι πολλά, να μπορέσουν και αυτοί να ανακτήσουν την κάπου στο δρόμο χαμένη περηφάνια τους ,να μπορέσουν να κοιτάξουν στα μάτια πάλι τους μαθητές τους χωρίς να νιώθουν επαίτες και να μπορέσουν επιτέλους να ξαναβρούν την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό τους, μόνο λίγα και όλα θα αλλάξουν. Αυτοί κρατούν το μέλλον της χώρας στα χέρια τους, αυτοί που μιλούν στην καρδιά και το μυαλό χιλιάδων μαθητών, των αυριανών πολιτών, αυτοί και κανένας πολιτικάντης που θέλει να νομίζει πως έχει τα ηνία της χώρας στα χέρια του.
Όσον αφορά τώρα την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αυτό είναι ένα μέτρο που έπρεπε να έχει εφαρμοστεί χρόνια τώρα καθώς αποτελεί μια ρύθμιση, η οποία μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης. Ο σωστός και συνεπής στη δουλειά που του έχει ανατεθεί εκπαιδευτικός τίποτα δεν έχει να φοβηθεί αλλά ακόμα κι αν έχει να φοβηθεί δεν θα πρέπει να παραλύει μπροστά στον ενδεχόμενο κίνδυνο μιας απόλυσης. Οι πιο αδύναμοι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να στέλνονται για μετεκπαίδευση ή να μετατίθενται σε κάποια θέση πιο κοντά στις δυνατότητές τους. Οι πιο δυνατοί θα πρέπει να επιβραβεύονται για την δουλειά τους με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Είναι ένα μέτρο χρηστής διοίκησης που προωθεί το κύριο αίτημα της εποχής μας για διαφάνεια και αξιοκρατία, λέξεις που μάλλον έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε στη χώρα αυτή .Εμείς βέβαια επιλέξαμε να το βάλουμε «κάτω από το χαλί», να το κρύψουμε, να υποσκάψουμε τους ίδιους μας τους εαυτούς και να αναβάλουμε αυτό το απ’ ό,τι φαίνεται ριζοσπαστικό για τα δεδομένα της Ελλάδας μέτρο. Ήταν ίσως η πιο εύστοχη πρωτοβουλία που προτάθηκε τα τελευταία χρόνια από το υπουργείο .Μια πρωτοβουλία που αρκετοί εξέλαβαν ως απειλή ενώ άλλοι την θεώρησαν περισσότερο ως μια έκκληση αυτή τη φορά του ίδιου του κρατικού μηχανισμού να ξεχωρίσει ,όπως λέει και ο λαός μας «η ήρα απ το στάρι !». Εμείς τί κάναμε; Μάλλον κωφεύσαμε προκλητικά για άλλη μια φορά.
Εντέλει, για να μπουν τα πράγματα σε μια σειρά στον εκπαιδευτικό τομέα της χώρας και για να επικρατήσουν κάποιες έστω υποτυπώδεις συνθήκες νομιμότητας, θα ήταν χρήσιμο να αρχίσει το υπουργείο να φροντίζει λίγο τα παιδιά του, τους εκπαιδευτικούς που το στελεχώνουν , διότι οὐκ ἂν λάβοις παρά τοῦ μὴ ἔχοντος αξιοπρέπεια και πάνω απ’ όλα αυτοσεβασμό εκπαιδευτικού. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε καμία βελτίωση των πραγμάτων αν δεν επέλθει η συνοχή και η σταθεροποίηση- όποιο μέτρο κι αν αυτή απαιτεί-μέσα στον ίδιο τον χώρο των εκπαιδευτικών και του υπουργείου γενικότερα. Δεν μπορείς να πάρεις και να απαιτήσεις τίποτα από έναν εκπαιδευτικό που δεν του έχει απομείνει τίποτα για να δώσει. Επιπλέον, θα ήταν φρονιμότερο το υπουργείο να αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να ξαναχτίσει προσεχτικά μια πιο καίρια και σταθερή εικόνα πάνω σε νέα βάση αφήνοντας αυτή τη φορά στο πλάι τις αναντιστοιχίες που σημειώνει εδώ και χρόνια ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις του. Ας σταθούμε, λοιπόν, στο ύψος των περιστάσεων και ας διαψεύσουμε τις λόγια του Hegel πως «το μόνο πράγμα που μας διδάσκει η ιστορία είναι ότι τίποτε δεν μας διδάσκει η ιστορία» αποδεικνύοντάς του έμπρακτα ότι εμείς μαθαίνουμε από τα λάθη μας και με κόπο χτίζουμε νέες εποχές πάνω στα συντρίμμια!

Έρρικα Ανδρουλάκη (9 Posts)

Είναι 18 χρονών και σπουδάζει στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης.


Είναι 18 χρονών και σπουδάζει στο Τμήμα Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης.

1 σχόλιο

Απάντηση

  • Τα προβλήματα της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες της είναι γνωστά, χιλιοειπωμένα και χιλιογραμμένα από ειδικούς και μη εδώ και πολλά χρόνια. Προφανώς, δε στάθηκε αφορμή η ελλιπής κατάρτιση ή η άγνοια μιας δασκάλας “για να ανακαλύψουμε την Αμερική”.Το θέμα είναι ότι σε εποχές λιγότερο χαλεπές από τη σημερινή, η εκπαίδευση αποτελούσε τον τελευταίο τροχό της αμάξης της εκάστοτε κυβέρνησης. Το ερώτημα είναι το κατά πόσο οι εκάστοτε κυβερνώντες θέλουν μια κοινωνία που θα απαρτίζεται από πολίτες ανυχτόμυαλους και οξυδερκείς ή από πειθήνια όργανα της ξύλινης γλώσσας σας τους εύκολα χειραγωγίσιμα.

    manolismavrakakis Reply

Απάντηση